Η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου αποτελεί λοίμωξη των εσωτερικών αναπαραγωγικών οργάνων της γυναίκας και συγκεκριμένα της μήτρας, των σαλπίγγων και των ωοθηκών. Συχνά είναι ασυμπτωματική, ωστόσο όταν παρουσιάζονται συμπτώματα, αυτά περιλαμβάνουν κοιλιακό άλγος, εκκρίσεις από τον κόλπο, πυρετό, αίσθημα καύσου κατά την ούρηση, επώδυνη σεξουαλική επαφή και διαταραχές της εμμήνου ρύσεως. Η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές όπως υπογονιμότητα, έκτοπη κύηση, χρόνιο άλγος στην περιοχή της πυέλου και καρκίνο.

Η νόσος προκαλείται από βακτήρια που ανέρχονται από τον κόλπο και τον τράχηλο. Στο 75-90% των περιστατικών παρατηρείται λοίμωξη από Neisseria gonorrhoeae ή Chlamydia trachomatis, ωστόσο συχνά ενοχοποιούνται περισσότερα από ένα βακτήρια. Περίπου το 10% των ασθενών με χλαμύδια και το 40% των ασθενών με γονόρροια που δεν λαμβάνουν θεραπεία, θα παρουσιάσουν φλεγμονώδη νόσο της πυέλου. Οι παράγοντες κινδύνου για τη νόσο είναι παρόμοιοι με αυτούς για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και περιλαμβάνουν τον μεγάλο αριθμό ερωτικών συντρόφων και τη χρήση ναρκωτικών. Η χρήση καθαριστικών του κόλπου μπορεί επίσης να αυξήσει τον κίνδυνο. Η διάγνωση βασίζεται συνήθως στην παρουσία των συμπτωμάτων. Η νόσος πρέπει πάντοτε να περιλαμβάνεται στη διαφορική διάγνωση σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας με κοιλιακό άλγος που εντοπίζεται χαμηλά. Η ανεύρεση πύου στις σάλπιγγες κατά τη διάρκεια μίας χειρουργικής επέβασης επιβεβαιώνει τη διάγνωση. Ο υπέρηχος έχει επίσης διαγνωστική αξία.

Η χρήση προφυλακτικών και ο περιορισμός των σεξουαλικών συντρόφων βοηθά στην πρόληψη της νόσου. Ο τακτικός έλεγχος για λοίμωξη από χλαμύδια και η χορήγηση θεραπείας μειώνει τον κίνδυνο φλεγμονώδους νόσου της πυέλου. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί λοίμωξη, πρέπει να χορηγηθεί θεραπεία και στους σεξουαλικούς συντρόφους της γυναίκας. Σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια συμπτώματα χορηγείται μία δόση ενέσιμης κεφτριαξόνης σε συνδυασμό με δύο εβδομάδες από του στόματος δοξυκυκλίνης ή μετρονιδαζόλης. Στους ασθενείς που δεν παρουσιάζουν βελτίωση μέσα σε τρεις ημέρες με την παραπάνω αγωγή, πρέπει να χορηγηθούν αντιβιοτικά ενδοφλεβίως.

Παγκοσμίως, καταγράφονται 106 εκατομμύρια περιστατικά χλαμυδίων και 106 εκατομμύρια περιστατικά γονόρροιας ετησίως. Ο αριθμός των περιστατικών φλεγμονώδους νόσου της πυέλου, ωστόσο, είναι άγνωστος. Εκτιμάται ότι η νόσος επηρεάζει περίπου 1.5% των νεαρών γυναικών.

Σημεία και Συμπτώματα

Τα συμπτώματα της φλεγμονώδους νόσου της πυέλου μπορεί να είναι ήπια ή σοβαρά. Αυτά περιλαμβάνουν πυρετό, ευαισθησία της μήτρας κατά την κίνηση, κοιλιακό άλγος χαμηλά, νέες ή διαφορετικές κολπικές εκκρίσεις, επώδυνη σεξουαλική επαφή, ευαισθησία της μήτρας ή διαταραχές της εμμήνου ρύσεως.

Άλλες επιπλοκές περιλαμβάνουν ενδομητρίωση, σαλπιγγίτιδα, αποστήματα των ωοθηκών και των σαλπίγγων, πυελική περιτονίτιδα και περιηπατίτιδα.

Αίτια

Τα βακτήρια Chlamydia trachomatis και Neisseria gonorrhoeae ενοχοποιούνται συχνότερα για τη φλεγμονώδη νόσο της πυέλου, ωστόσο η νόσος είναι συχνά πολυμικροβιακής αιτιολογίας. Αναερόβιοι μικροοργανισμοί έχουν επίσης απομονωθεί από το άνω αναπαραγωγικό σύστημα. Η N. gonorrhoeae απομονώνεται συνήθως από τις σάλπιγγες, ενώ τα αναερόβια μικρόβια από τον ενδομήτριο ιστό.

Η ανατομική δομή των εσωτερικών οργάνων και ιστών του αναπαραγωγικού συστήματος της γυναίκας επιτρέπει στους παθογόνους μικροοργανισμούς να μεταναστεύσουν από τον κόλπο στην πυελική κοιλότητα μέσω των σαλπίγγων. Η διαταραχή του φυσιολογικού μικροβιώματος του κόλπου που σχετίζεται με τη βακτηριακή κολπίτιδα αυξάνει τον κίνδυνο φλεγμονώδους νόσου της πυέλου.

Τα N. gonorrhea και C. trachomatis είναι ταμικρόβια που απομονώνονται συχνότερα. Όταν οι δύο προηγούμενοι μικροοργανισμοί απουσιάζουν, ενοχοποιούνται συνήθως αναερόβιοι μικροοργανισμοί ή μικρόβια που βρίσκονται φυσιολογικά στον οργανισμό. Τα τελευταία μπορεί να απομονωθούν και από περιπτώσεις φλεγμονώδους νόσου της πυέλου που προκαλείται από Chlamydia και Neisseria.

Διάγνωση

Κατά την εξέταση της πυέλου θα παρατηρηθεί ευαισθησία στον τράχηλο και τη μήτρα. Μπορεί επίσης να υπάρχει τραχηλίτιδα ή ουρηθρίτιδα. Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις ενδέχεται να χρειαστούν περαιτέρω διαγνωστικές εξετάσεις, όπως λαπαροσκόπηση, καλλιέργεια βακτηρίων ή βιοψία ιστού.

Η λαπαροσκόπηση μπορεί να αναδείξει συμφύσεις σχήματος «χορδής βιολιού», χαρακτηριστικές της περιηπατίτιδας Fitz-Hugh-Curtis ή άλλα αποστήματα.

Άλλες απεικονιστικές μέθοδοι, όπως το υπερηχογράφημα, η αξονική και η μαγνητική τομογραφία, μπορεί να βοηθήσουν τη διάγνωση. Με τις εξετάσεις αίματος μπορεί να διαπιστωθεί η παρουσία λοίμωξης (εξετάζεται η ταχύτητα καθίζισης ερυθρών και η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη).

Οι εξετάσεις NAATs, DFA και ELISA μπορούν να ταυτοποιήσουν συγκεκριμένα παθογόνα. Οι ορολογικές εξετάσεις για την ανίχνευση αντισωμάτων δεν έχουν ιδιαίτερη χρησιμότητα καθώς αντισώματα μπορεί να είναι παρόντα και σε υγιή άτομα.

Τα κριτήρια για τη διάγνωση της νόσου περιλαμβάνουν ιστοπαθολογικά ευρήματα ενδομητρίωσης, οιδηματώδεις σάλπιγγες ή λαπαροσκοπικά ευρήματα. Τα 2/3 των ασθενών με λαπαροσκοπικά ευρήματα προηγούμενης νόσησης από φλεγμονώδη νόσο της πυέλου δεν γνώριζαν ότι πάσχουν από τη νόσο. Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι ακόμα και αν η νόσος δεν παρουσιάζει εμφανή συμπτώματα, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές βλάβες.

Διαφορική Διάγνωση

Αρκετές καταστάσεις μπορεί να ομοιάσουν τα συμπτώματα της φλεγμονώδους νόσου της πυέλου, όπως η σκωληκοειδίτιδα, η έκτοπη κύηση, η αιμορραγία των ωοθηκών, η ενδομητρίωση, η γαστρεντερίτιδα, η περιτονίτιδα, η βακτηριακή κολπίτιδα και άλλες.

Η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου εμφανίζεται συχνότερα σε ασθενείς με ιστορικό της λοίμωξης, πρόσφατη σεξουαλική επαφή, πρόσφατη έναρξη της εμμήνου ρύσεως ή ιστορικό σεξουαλικώς μεταδιδομένου νοσήματος.

Η οξεία φλεγμονώδης νόσος της πυέλου είναι εξαιρετικά απίθανη όταν δεν υπάρχει ιστορικό πρόσφατης σεξουαλικής επαφής ή δεν χρησιμοποιούνται ενδομήτριοι μηχανισμοί. Τεστ εγκυμοσύνης γίνεται επίσης για να αποκλειστεί η έκτοπη κύηση από τη διαφορική διάγνωση.

Ο πυελικός και κολπικός υπέρηχος έχει χρησιμότητα στη διάγνωση της φλεγμονώδους νόσου της πυέλου. Στα πρώιμα στάδια της λοίμωξης, ο υπέρηχος μπορεί να μην αναδείξει παθολογικά ευρήματα. Καθώς η νόσος προοδεύει, ωστόσο, θα παρουσιάζονται μη ειδικά ευρήματα, όπως ελεύθερο υγρό στην πύελο, διόγκωση της μήτρας και τάση των τοιχωμάτων της μήτρας από υγρά ή αέρια. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα όρια της μήτρας και των ωοθηκών δεν είναι ευδιάκριτα. Οι διογκωμένες ωοθήκες που συνοδεύονται από μεγάλο αριθμό μικρών κύστεων σχετίζονται με τη φλεγμονώδη νόσο της πυέλου.

Η λαπαροσκόπηση χρησιμοποιείται σπάνια για τη διάγνωση της φλεγμονώδους νόσου της πυέλου καθώς δεν είναι άμεσα διαθέσιμη και δεν μπορεί να ανιχνεύσει ήπια φλεγμονή των σαλπίγγων ή ενδομητρίωση. Μπορεί, ωστόσο να γίνει για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση ή αν ο ασθενής δεν παρουσίασε βελτίωση μέσα σε 48 ώρες από την έναρξη της αντιβιοτικής αγωγής.

Πρόληψη

Για την πρόληψη της φλεγμονώδους νόσου της πυέλου συνίσταται τακτικός έλεγχος για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Ο κίνδυνος εμφάνισης της νόσου μπορεί να μειωθεί με τα παρακάτω μέτρα:

  • Χρησιμοποιήστε προφυλακτικό κατά τη σεξουαλική επαφή.
  • Αναζητήστε ιατρική βοήθεια αν παρουσιάσετε συμπτώματα φλεγμονώδους νόσου της πυέλου.
  • Χρησιμοποιήστε συνδυασμένο αντισυλληπτικό χάπι. Αυτό μειώνει την πιθανότητα νόσησης καθώς διογκώνει τον τράχηλο, αποτρέποντας έτσι τα μικρόβια να διέλθουν μέσω αυτού στο άνώτερο αναπαραγωγικό σύστημα.
  • Επισκεφθείτε ένα γιατρό αν μάθετε ότι κάποιος σας σύντροφος πάσχει από σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα.
  • Αποφύγετε τη σεξουαλική επαφή μετά το πέρας της κύησης ή ορισμένων γυναικολογικών εξετάσεων για να βεβαιωθείτε ότι ο τράχηλος έχει κλείσει.
  • Περιορίστε τον αριθμό των σεξουαλικών συντρόφων.

Θεραπεία

Η θεραπεία συχνά ξεκινά πριν την επιβεβαίωση της διάγνωσης λόγω των σοβαρών επιπλοκών που σχετίζονται με την καθυστερημένη χορήγηση αυτής. Η θεραπεία εξαρτάται από το λοιμογόνο παράγοντα και περιλαμβάνει συνήθως αντιβιοτική θεραπεία. Αν δεν παρουσιαστεί βελτίωση μέσα σε 2-3 ημέρες, πρέπει να γίνει περαιτέρω διερεύνηση. Σε περίπτωση που υπάρχουν σοβαρές επιπλοκές μπορεί να χρειαστεί νοσηλεία του ασθενούς. Θεραπεία πρέπει να χορηγηθεί και στους σεξουαλικούς συντρόφους για την πρόληψη και αντιμετώπιση πιθανών σεξουαλικώς μεταδιδομένων νοσημάτων.

Σε ασθενείς με ήπιας ή μέτριας σοβαρότητας φλεγμονώδη νόσο της πυέλου, οι παρεντερικές και από του στόματος θεραπείες είναι αποτελεσματικές. Τα αντιβιοτικά που χορηγούνται τυπικά περιλαμβάνουν κεφτριαξόνη ή κεφοτετάνη με δοξυκυκλίνη ή κλινδαμυκίνη με γενταμυκίνη. Εναλλακτικά χορηγείται παρεντερικώς αμπικιλλίνη/σουλβακτάμη με δοξυκυκλίνη. Φάρμακα με βάση την ερυθρομυκίνη μπορεί να χορηγηθούν επίσης.

Πρόγνωση

Ακόμα και μετά τη θεραπεία της λοίμωξης, μπορεί να έχουν ήδη προκληθεί μόνιμες βλάβες. Το γεγονός αυτό καθιστά απαραίτητη την άμεση διάγνωση της νόσου. Η έγκαιρη χορήγηση θεραπείας βοηθά σημαντικά στην πρόληψη των βλαβών στο αναπαραγωγικό σύστημα. Ο σχηματισμός ουλώδους ιστού λόγω ενός ή περισσοτέρων επεισοδίων φλεγμονώδους νόσου της πυέλου μπορεί να οδηγήσει σε φραγή των σαλπίγγων, μειώνοντας την πιθανότητα εγκυμοσύνης και προκαλώντας μακροχρόνιο κοιλιακό άλγος. Οι επεμβάσεις στην περιοχή της πυέλου, την περίοδο μετά από ένα τοκετό, μία αποβολή ή έκτρωση αυξάνουν τον κίνδυνο λοίμωξης που μπορεί να οδηγήσει σε φλεγμονώδη νόσο της πυέλου.

Επιπλοκές

Η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου μπορεί να προκαλέσει βλάβες στο αναπαραγωγικό σύστημα, με αποτέλεσμα να προκληθούν σοβαρές επιπλοκές, όπως χρόνιο κοιλιακό άλγος, υπογονιμότητα, έκτοπη κύηση ή άλλες επιπλοκές της εγκυμοσύνης. Σπανιότερα, η λοίμωξη μπορεί να επεκταθεί στο περιτόναιο και να προκαλέσει φλεγμονή και σχηματισμό ουλώδους ιστού στην εξωτερική επιφάνεια του ήπατος (σύνδρομο Fitz-Hugh-Curtis).