Η μυκητιασική κολπίτιδα (λέγεται και κολπική καντιντίαση) είναι μία συχνή πάθηση στις γυναίκες. Τα συχνότερα συμπτώματα περιλαμβάνουν κνησμό και ευαισθησία στο αιδοίο και στο άνοιγμα του κόλπου. Η μυκητιασική κολπίτιδα συνήθως εμφανίζεται ως μεμονωμένο επεισόδιο, ωστόσο συχνά παρουσιάζει υποτροπές και μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα που επιμένουν.

Η νόσος επηρεάζει συνήθως γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Είναι λιγότερο συχνή στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που δεν λαμβάνουν θεραπεία με οιστρογόνα και εξαιρετικά σπάνια στις γυναίκες που δεν έχουν ξεκινήσει ακόμα την εμμηνόρροια.

Συμπτώματα της μυκητιασικής κολπίτιδας

Τα συχνότερα συμπτώματα της μυκητιασικής κολπίτιδας περιλαμβάνουν:

  • Κνησμό ή ευαισθησία στο αιδοίο και το άνοιγμα του κόλπου
  • Πόνο κατά την ούρηση
  • Πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή
  • Ερυθρότητα και οίδημα στους ιστούς του αιδοίου και του κόλπου
  • Σε ορισμένες γυναίκες υπάρχει λευκό ή υδαρό έκκριμα από τον κόλπο

Τα συμπτώματα της μυκητιασικής κολπίτιδας ομοιάζουν αυτά άλλων παθήσεων, όπως της βακτηριακής κολπίτιδας, της τριχομονάδας και της δερματίτιδας. Είναι, επομένως, δύσκολο να καθοριστεί αν ο κνησμός είναι αποτέλεσμα μυκητιασικής κολπίτιδας ή άλλων αιτίων.

Αίτια της μυκητιασικής κολπίτιδας

Ο μύκητας που είναι υπεύθυνος για τις μυκητιάσεις αυτές (ονομάζεται Candida) βρίσκεται φυσιολογικά στο γαστρεντερικό σωλήνα, και σε ορισμένες περιπτώσεις στον κόλπο, χωρίς να προκαλεί συμπτώματα. Ωστόσο, όταν υπάρχουν διαταραχές στο περιβάλλον του γαστρεντερικού σωλήνα ή του κόλπου (αποτέλεσμα φαρμάκων, τραυματισμών ή υπερδραστηριότητας του ανοσοποιητικού συστήματος), η Candida μπορεί να πολλαπλασιαστεί σε υπερβολικό βαθμό και να προκαλέσει τα συμπτώματα που αναφέρονται παραπάνω.

Παράγοντες κινδύνου για την μυκητιασική κολπίτιδα

Στις περισσότερες γυναίκες, δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη νόσος που προκαλεί τη μυκητιασική κολπίτιδα. Υπάρχουν, ωστόσο, αρκετοί παράγοντες κινδύνου που μπορεί να αυξήσουν την πιθανότητα λοίμωξης, όπως:

  • Αντιβιοτικά: Τα περισσότερα αντιβιοτικά στοχεύουν ένα μεγάλο εύρος βακτηριδίων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που βρίσκονται φυσιολογικά στον κόλπο. Τα βακτηρίδια αυτά περιορίζουν τον πολλαπλασιασμό του μύκητα. Σε ορισμένες γυναίκες, η λήψη αντιβιοτικών αυξάνει την πιθανότητα μυκητιάσεων.
  • Ορμονικά αντισυλληπτικά (πχ. αντισυλληπτικό χάπι, αντισυλληπτικό επίθεμα, κολπικός δακτύλιος): Ο κίνδυνος μυκητιάσεων είναι αυξημένος σε γυναίκες που χρησιμοποιούν μεθόδους αντισύλληψης που περιέχουν οιστρογόνα.
  • Άλλες μέθοδοι αντισύλληψης: Οι αντισυλληπτικοί σπόγγοι, τα διαφράγματα και τα ενδομήτρια σπειράματα ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο μυκητίασης. Τα σπερματοκτόνα συνήθως δεν προκαλούν μυκητιασική κολπίτιδα, ωστόσο μπορεί να προκαλέσουν ερεθισμό στον κόλπο ή το αιδοίο.
  • Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: Οι μυκητιάσεις είναι συχνότερες σε ασθενείς με κατεσταλμένο ανοσοποιητικό σύστημα λόγω HIV ή ορισμένων φαρμάκων (στεροειδή, χημειοθεραπεία, αγωγή μετά τη μεταμόσχευση).
  • Εγκυμοσύνη: Οι κολπικές εκκρίσεις είναι περισσότερες κατά την κύηση, ωστόσο η αιτία αυτού δεν είναι πάντα μία μυκητίαση.
  • Σακχαρώδης Διαβήτης: Οι γυναίκες με διαβήτη διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο μυκητιάσεων, ειδικά όταν τα επίπεδα γλυκόζης του αίματος δεν είναι καλά ρυθμισμένα.
  • Σεξουαλική δραστηριότητα: Η μυκητιασική κολπίτιδα δεν αποτελεί σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, ωστόσο είναι συχνότερη σε σεξουαλικώς ενεργές γυναίκες.

Διάγνωση της μυκητιασικής κολπίτιδας

Η διάγνωση της νόσου περιλαμβάνει συνήθως κλινική εξέταση του αιδοίου και του κόλπου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο γιατρός λαμβάνει δείγμα από το έκκριμα του κόλπου για να το εξετάσει κάτω από το μικροσκόπιο. Μην λάβετε θεραπεία πριν ο γιατρός επιβεβαιώσει ότι έχετε μυκητίαση.

Αυτοδιάγνωση: Κάποιες γυναίκες με κνησμό του αιδοίου ή κολπικές εκκρίσεις, αποδίδουν τα συμπτώματα αυτά σε μυκητιασική κολπίτιδα την οποία προσπαθούν να θεραπεύσουν με φάρμακα. Ωστόσο, μία έρευνα έδειξε ότι μόλις το 11% των γυναικών διέγνωσε επιτυχώς τη λοίμωξη, με τις γυναίκες που είχαν προηγούμενη νόσηση να είναι ελαφρώς πιο επιτυχείς στη διάγνωσή της (35%).

Η αυτοδιάγνωση και θεραπεία:

  • Κοστίζει χρήματα (σε φάρμακα που ενδεχομένως δεν χρειάζονται)
  • Σπαταλά πολύτιμο χρόνο, καθώς δεν θα παρατηρήσετε βελτίωση μέχρι να λάβετε τη σωστή αγωγή
  • Ενδεχομένως μπορεί να επιτείνει τον κνησμό και την ευαισθησία

Για τους παραπάνω λόγους, είναι σημαντικό να επιβεβαιωθεί η διάγνωση της μυκητίασης από έναν γιατρό πριν λάβετε θεραπεία.

Θεραπεία της μυκητιασικής κολπίτιδας

Η θεραπεία της νόσου περιλαμβάνει ένα χάπι από του στόματος ή τοπική αγωγή.

  • Τοπική αγωγή: Η θεραπεία της μυκητιασικής κολπίτιδας γίνεται συχνά με κολπικό υπόθετο ή κρέμα. Αυτά εισάγονται στον κόλπο πριν τον νυχτερινό ύπνο. Καθώς υπάρχουν αρκετά υπόθετα και κρέμες για το σκοπό αυτό, ρωτήστε τον γιατρό σας ποιο είναι το κατάλληλο για εσάς. Οι θεραπείες μπορεί να διαρκούν μία, τρεις ή επτά ημέρες και είναι όλες εξίσου αποτελεσματικές. Η χρονική διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από τη βαρύτητα της λοίμωξης.
  • Από του στόματος θεραπεία: Μία εναλλακτική επιλογή για τη θεραπεία της μυκητιασικής κολπίτιδας είναι ένα φάρμακο γνωστό ως φλουκοναζόλη. Στις περισσότερες γυναίκες χορηγείται μία μόνο δόση, ωστόσο σε αυτές με επιπλεγμένες λοιμώξεις ενδέχεται να χρειάζεται μία δεύτερη δόση 72 ώρες (3 ημέρες) μετά την πρώτη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου είναι λίγες και ήπιες και μπορεί να περιλαμβάνουν στομαχικές διαταραχές, κεφαλαλγίες και εμφάνιση εξανθήματος. Η φλουκοναζόλη αλληλεπιδρά με αρκετά φάρμακα, επομένως συμβουλευτείτε τον γιατρό σας πριν το πάρετε. Το φάρμακο δεν πρέπει να λαμβάνεται κατά την εγκυμοσύνη.

Οι περισσότερες μυκητιάσεις υποχωρούν μέσα σε λίγες μέρες από την έναρξη της θεραπείας. Ωστόσο, ο κνησμός και η ευαισθησία μπορεί να συνεχιστούν ακόμα και μετά την αποδρομή της λοίμωξης. Αν δεν παρουσιάσετε βελτίωση μετά το πέρας της θεραπείας, επικοινωνήστε με τον γιατρό σας.

Υποτροπιάζουσες μυκητιασικές κολπίτιδες

Το 5-8% των γυναικών παρουσιάζει υποτροπιάζουσες μυκητιασικές κολπίτιδες (4 ή περισσότερες ετησίως).

Δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι η κατανάλωση γιαουρτιού ή άλλων προβιοτικών που περιέχουν Lactobacillus acidophilus, ή η χρησιμοποίησή τους στον κόλπο προσφέρει κάποιο όφελος στις γυναίκες με υποτροπιάζουσες μυκητιασικές κολπίτιδες.

Διάγνωση: Όπως και με την πρώτη λοίμωξη, είναι σημαντικό να διαγνωστούν σωστά οι υποτροπιάζουσες μυκητιασικές κολπίτιδες. Μία γυναίκα με συμπτωματολογία που περιλαμβάνει ευαισθησία του κόλπου ή κνησμό πρέπει να επισκεφθεί έναν γιατρό για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση της μυκητιασικής κολπίτιδας και να αποκλειστούν άλλα αίτια (πχ. άλλες κολπικές λοιμώξεις, αλλεργικές αντιδράσεις ή έκζεμα). Η αυτοδιάγνωση, και εδώ, δεν είναι ποτέ η σωστή επιλογή.

Οι περισσότερες μυκητιασικές κολπίτιδες προκαλούνται από τον μύκητα Candida albicans. Υποτροπιάζουσες ή λοιμώξεις που επιμένουν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόλυνσης με λιγότερο κοινά είδη της Candida, όπως η Candida glabrata ή η Candida krusei. Στις γυναίκες με συμπτώματα που επιμένουν, χρειάζεται να γίνει καλλιέργεια για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση και να ταυτοποιηθεί το είδος της Candida, καθώς διαφορετική θεραπεία χορηγείται στο κάθε είδος.

Θεραπεία: Στις γυναίκες με συμπτώματα που επιμένουν, συνήθως δίδεται μεγαλύτερης διάρκειας αγωγή για λοιμώξεις. Αυτή συνήθως περιλαμβάνει μερικές δόσεις φλουκοναζόλης με διαφορά λίγων ημερών και στη συνέχεια μία δόση εβδομαδιαίως για 6 μήνες.

Πρόληψη

Τα μεμονωμένα περιστατικά κολπικής καντιντίασης συνήθως συμβαίνουν χωρίς κάποια εμφανή αιτία. Ωστόσο, αρκετοί παράγοντες προδιαθέτουν για την εμφάνιση λοίμωξης:

  • Σακχαρώδης διαβήτης: Οι διαβητικές γυναίκες με διαταραχές στα επίπεδα γλυκόζης αίματος είναι πιο ευάλωτες σε μία μυκητιασική κολπίτιδα σε σχέση με αυτές που έχουν φυσιολογικά επίπεδα γλυκόζης. Η διατήρηση της γλυκόζης αίματος σε φυσιολογικά επίπεδα βοηθά στην πρόληψη της μυκητίασης.
  • Αντιβιοτικά: 1/3 των γυναικών διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης μυκητιασικής κολπίτιδας κατά τη διάρκεια ή μετά το τέλος της θεραπείας με αντιβιοτικά ευρέως φάσματος. Τα φάρμακα αυτά περιορίζουν τη φυσιολογική βακτηριδιακή χλωρίδα, γεγονός που ευνοεί την ανάπτυξη δυνητικά παθογόνων μικροοργανισμών όπως η Candida. Στις γυναίκες που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για μυκητιασική κολπίτιδα, συνίσταται η χορήγηση φλουκοναζόλης στην αρχή και στο τέλος της αντιβιοτικής αγωγής.
  • Αυξημένα επίπεδα οιστρογόνων: Η μυκητιασική κολπίτιδα φαίνεται ότι εμφανίζεται συχνότερα σε γυναίκες με αυξημένα επίπεδα οιστρογόνων. Αυτά μπορεί να είναι αυξημένα λόγω χρήσης από του στόματος αντισυλληπτικών, εγκυμοσύνης ή θεραπείας με οιστρογόνα (συμπεριλαμβανομένης της θεραπείας οιστρογόνων σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες).
  • Ανοσοκαταστολή: Οι λοιμώξεις από Candida είναι συχνότερες σε ασθενείς με κατεσταλμένο ανοσοποιητικό σύστημα, όπως αυτοί που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή ή πάσχουν από HIV λοίμωξη.

Δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι η κολπική καντιντίαση συνδέεται με την προσωπική υγιεινή ή τη χρήση στενών ή συνθετικών ρούχων.

Βιβλιογραφία: UpToDate