Το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου είναι μία χρόνια νόσος του γαστρεντερικού συστήματος. Τα κύρια συμπτώματά του περιλαμβάνουν κοιλιακό άλγος και διαταραχές των εντερικών κινήσεων (π.χ. δυσκοιλιότητα ή διάρροια).

Το σύνδρομο ερερέθιστου εντέρου αποτελεί τη συχνότερη διαταραχή του γαστρεντερικού συστήματος και την 2η αιτία απουσίας από την εργασία μετά το κοινό κρυολόγημα. Εκτιμάται ότι το 10-20% του πληθυσμού παρουσιάζει συμπτώματα της νόσου, ωστόσο μόλις το 15% από αυτούς αναζητά ιατρική βοήθεια για τα παραπάνω.

Υπάρχουν αρκετές αγωγές για το σύνδρομο οι οποίες όμως ανακουφίζουν απλά από τα συμπτώματα χωρίς να θεραπεύουν τη νόσο. Η χρονιότητα του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου και η δυσκολία στον περιορισμό των συμπτωμάτων του αποτελεί πρόκληση τόσο για τον ασθενή όσο και για τον θεράπων ιατρό του.

Αίτια συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου

Υπάρχουν αρκετές θεωρίες σχετικά με την αιτιολογία του συνδρόμου. Παρά την εκτεταμένη έρευνα πάνω στο συγκεκριμένο θέμα τα αίτια δεν είναι ακόμα ξεκάθαρα:

  • Μία θεωρία υποστηρίζει ότι το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου προκαλείται από ανώμαλες συσπάσεις του κόλου και του εντέρου (εξ ου και ο όρος «σπαστικό έντερο», ο οποίος έχει χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς για να περιγράψει το σύνδρομο). Οι έντονες συσπάσεις του εντέρου μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές κράμπες, γεγονός που δικαιολογεί ορισμένες από τις θεραπευτικές προσεγγίσεις για το σύνδρομο, όπως η χρήση αντισπασμωδικών και η χορήγηση φυτικών ινών (βοηθούν στον περιορισμό των συσπάσεων του εντέρου). Ωστόσο, οι ανώμαλες συσπάσεις δεν αποτελούν το αίτιο του συνδρόμου σε όλους τους ασθενείς και είναι άγνωστο αν οι συσπάσεις αποτελούν το αίτιο ή ένα σύμπτωμα της νόσου.
  • Κάποιοι ασθενείς παρουσιάζουν σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου μετά από μία σοβαρή λοίμωξη του γαστρεντερικού (π.χ. από Salmonella, Campylobacter ή κάποιο ιό). Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο κάποια λοίμωξη προκαλεί εμφάνιση του συνδρόμου δεν είναι γνωστός και οι περισσότεροι ασθενείς με το σύνδρομο δεν έχουν ιστορικό των παραπάνω λοιμώξεων.
  • Οι ασθενείς με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου που αναζητούν ιατρική βοήθεια έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να πάσχουν από αγχώδεις διαταραχές σε σχέση με αυτούς που δεν απευθύνονται σε γιατρό. Το στρες και το άγχος είναι γνωστό ότι επηρεάζουν τη λειτουργία του εντέρου, επομένως είναι πιθανό να επιδεινώνουν τη συμπτωματολογία της νόσου. Ορισμένες μελέτες έχουν δείξει ότι το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου είναι συχνότερο σε ασθενείς με ιστορικό φυσικής, λεκτικής ή σεξουαλικής κακοποίησης.
  • Οι διατροφικές διαταραχές είναι αρκετά συχνές στους ασθενείς με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα το σύνδρομο να προκαλείται από κάποια ευαισθησία ή αλλεργία σε κάποιο τρόφιμο. Η θεωρία αυτή είναι δύσκολο να αποδειχθεί, ωστόσο συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο αρκετών ερευνών. Ο καλύτερος τρόπος να διαπιστωθεί αν μία ομάδα τροφίμων ευθύνεται για τα συμπτώματα σε κάποιο ασθενή είναι να αποκλείονται σταδιακά ομάδες τροφίμων από τη διατροφή του. Το παραπάνω μπορεί να γίνει μόνο υπό την επίβλεψη γιατρού. Ο αποκλεισμός μίας ομάδας τροφίμων από τη διατροφή μπορεί να οδηγήσει σε διατροφικές αναπάρκειες και να επιδεινώσει ακόμα περισσότερο την κατάσταση του ασθενούς. Ορισμένα τρόφιμα μπορούν να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν συμπτώματα που ομοιάζουν το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου μεταξύ των οποίων τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα όσπρια και τα φυλλώδη λαχανικά. Τα παραπάνω τρόφιμα αυξάνουν τα αέρια του εντέρου γεγονός που προκαλεί κράμπες. Ορισμένα φάρμακα μπορεί να έχουν παρόμοιες δράσεις.
  • Αρκετοί ερευνητές πιστεύουν ότι το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου προκαλείται από αυξημένη ευαισθησία του εντέρου σε φυσικές αισθήσεις. Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι τα νεύρα του εντέρου είναι υπερενεργά στους ασθενείς με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, με αποτέλεσμα εντερικές κινήσεις ή ποσότητες αερίων που θεωρούνται φυσιολογικές να εκλαμβάνονται ως υπερβολικές και επώδυνες. Ορισμένοι ασθενείς με το σύνδρομο νιώθουν καλύτερα όταν λάβουν φάρμακα που περιορίζουν την αντίληψη του πόνου στο έντερο.

Ταξινόμηση

Το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου μπορεί να έχει τέσσερις μορφές:

  • Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου με δυσκοιλιότητα (IBS-C)
  • Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου με διάρροια (IBS-D)
  • Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου με δυσκοιλιότητα και διάρροια που εναλλάσσονται (IBS-A)
  • Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου με άλγος

Συμπτώματα του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου

Το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου συνήθως εμφανίζεται στη νεαρή ενήλικη ζωή. Οι γυναίκες έχουν διπλάσια πιθανότητα σε σχέση με τους άνδρες να παρουσιάσουν το σύνδρομο στο δυτικό κόσμο. Τα συχνότερα συμπτώματα του συνδρόμου είναι το κοιλιακό άλγος σε συνδυασμό με διαταραχές των εντερικών κινήσεων (διάρροια ή/και δυσκοιλιότητα).

Κοιλιακό άλγος – Το κοιλιακό άλγος εμφανίζεται συνήθως με κράμπες και με ένταση που ποικίλλει. Ορισμένοι ασθενείς έχουν αναφέρει ότι το στρες και η κατανάλωση ενός γεύματος επιδεινώνουν το άλγος, ενώ η κένωση ανακουφίζει από τον πόνο. Ορισμένες γυναίκες με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου έχουν παρατηρήσει ότι τα επεισόδια του πόνου συνδέονται με τον εμμηνορυσιακό κύκλο.

Αλλαγές στις εντερικές κινήσεις – Οι αλλαγές αυτές αποτελούν ένα ακόμα χαρακτηριστικό σύμπτωμα του συνδρόμου. Αυτές περιλαμβάνουν διάρροια, δυσκοιλιότητα ή εναλλαγή των δύο. Στις διάφορες μορφές του συνδρόμου μπορεί να κυριαρχεί η διάρροια (IBS-D) ή η δυσκοιλιότητα (IBS-C).

  • Διάρροια: Οι ασθενείς με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου μπορεί να παρουσιάζουν συχνά υδαρά κόπρανα. Οι κενώσεις συμβαίνουν συχνότερα κατά τη διάρκεια της ημέρας και συγκεκριμένα το πρωί ή μετά από ένα γεύμα. Περίπου το 50% των ασθενών με το σύνδρομο παρατηρούν επίσης βλεννώδεις εκκρίσεις με τη διάρροια.
  • Δυσκοιλιότητα: Η δυσκοιλιότητα στο σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου μπορεί να είναι διαλείπουσα και να διαρκεί για αρκετές ημέρες. Τα κόπρανα είναι συχνά σκληρά και έχουν σχήμα σβώλων. Μπορεί να υπάρχει επίσης αίσθημα ατελούς κένωσης, ακόμα και αν το ορθό έχει αδειάσει.

Άλλα συμπτώματα – άλλα συμπτώματα του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου μπορεί να περιλαμβάνουν μετεωρισμό, αέρια και ερυγές.

Διάγνωση του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου

Ορισμένες εντερικές παθήσεις έχουν συμπτώματα που ομοιάζουν το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου. Παραδείγματα τέτοιων παθήσεων είναι η δυσαπορρόφηση, οι φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου (όπως η νόσος του Crohn και η ελκώδης κολίτιδα), η κοιλιοκάκη και η μικροσκοπική κολίτιδα.

Καθώς δεν υπάρχει ειδική διαγνωστική εξέταση για το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, αρκετοί γιατροί χρησιμοποιούν μία σειρά από κριτήρια τα οποία συγκρίνουν με τα συμπτώματα του ασθενούς. Ωστόσο, τα κριτήρια αυτά δεν είναι αρκετά ακριβή με αποτέλεσμα να μην είναι πάντοτε δυνατός ο διαχωρισμός του συνδρόμου από άλλες εντερικές παθήσεις. Χρειάζεται επομένως να γίνει φυσική εξέταση, διαγνωστικές εξετάσεις αλλά και να ληφθεί το ιατρικό ιστορικό προκειμένου να αποκλειστούν άλλες παθήσεις.

Διαγνωστικές εξετάσεις – Οι περισσότεροι γιατροί κάνουν εξετάσεις αίματος στον ασθενή όταν υποπτεύονται ότι μπορεί να έχει σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου. Οι εξετάσεις αυτές είναι συνήθως φυσιολογικές, ωστόσο έχουν χρησιμότητα στον αποκλεισμό άλλων παθήσεων από τη διαφορική διάγνωση. Ορισμένοι γιατροί κάνουν επίσης πιο επεμβατικές εξετάσεις, όπως η σιγμοειδοσκόπηση ή η κολονοσκόπηση, ιδιαίτερα σε ασθενείς ηλικίας άνω των 40 ετών.

Θεραπεία του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου

Υπάρχουν αρκετές διαφορετικές θεραπείες και αγωγές για το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου. Ο σκοπός των παραπάνω είναι να περιοριστεί το άλγος και τα συμπτώματα και συχνά χρειάζεται να γίνει συνδυασμός περισσοτέρων από μίας με σκοπό να διαπιστωθεί ποια είναι ιδανική για τον ασθενή.

Η θεραπευτική αγωγή αποτελεί μία μακροχρόνια διαδικασία. Κατά τη διάρκειά της είναι σημαντικό να επικοινωνείτε με τον γιατρό σας σχετικά με συμπτώματα, ανησυχίες ή άλλα προβλήματα που μπορεί να εμφανιστούν.

Παρακολούθηση των συμπτωμάτων – Το πρώτο βήμα στη θεραπεία του συνδρόμου είναι συνήθως η παρακολούθηση των συμπτωμάτων, των εντερικών κινήσεων και άλλων παραγόντων που μπορεί να επηρεάζουν το έντερο. Αυτό μπορεί να βοηθήσει στην ταυτοποίηση παραγόντων που επιδεινώνουν τα συμπτώματα σε ορισμένους ασθενείς με το σύνδρομο, όπως η λακτόζη, καθώς και άλλες δυσανεξίες σε τρόφιμα ή το στρες.

Αλλαγές στη διατροφή – Είναι σημαντικό να προσπαθήσετε να περιορίσετε ή να αποβάλλετε από τη διατροφή σας τρόφιμα που επιδεινώνουν τα συμπτώματα του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου, πάντοτε μετά από συνεννόηση με τον γιατρό σας. Η αφαίρεση τροφίμων από τη διατροφή χωρίς την έγκριση ενός γιατρού μπορεί να οδηγήσει σε διατροφικές ανεπάρκειες και να επιδεινώσει τα συμπτώματα.

  • Λακτόζη: Αρκετοί γιατροί συνιστούν την προσωρινή διακοπή κατανάλωσης γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς η δυσανεξία στη λακτόζη είναι αρκετά κοινή και μπορεί να επιδεινώσει ή να προκαλέσει συμπτώματα που ομοιάζουν το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση της λακτόζης εντοπίζεται στο γάλα και το παγωτό, ενώ αυτή βρίσκεται επίσης στο γιαούρτι, σε τυρί ή σε τρόφιμα που έχουν παρασκευαστεί με τα παραπάνω προϊόντα. Η κατανάλωση των παραπάνω τροφίμων πρέπει να σταματήσει για 2 εβδομάδες. Αν τα συμπτώματα βελτιωθούν, τότε θεωρείται σκόπιμο να σταματήσει η κατανάλωση των τροφίμων αυτών. Αν δεν παρατηρήσετε διαφορά μπορείτε να συνεχίσετε κανονικά την κατανάλωσή τους.
  • Τρόφιμα που προκαλούν αέρια: Αρκετά τρόφιμα πέπτονται μόνο μερικώς στο λεπτό έντερο. Όταν φτάνουν στο παχύ έντερο, η περαιτέρω πέψη μπορεί να προκαλέσει αέρια και κράμπες. Η απομάκρυνση των τροφίμων αυτών προσωρινά θεωρείται σκόπιμη αν τα αέρια ή ο μετεωρισμός είναι επώδυνα για τον ασθενή. Τα τρόφιμα που προκαλούν αέρια συχνότερα είναι τα όσπρια και τα φυλλώδη λαχανικά. Ορισμένοι ασθενείς αναφέρουν επίσης ότι το κρεμμύδι, το σέλινο, το καρότο, οι σταφίδες, η μπανάνα, το βερίκοκο, το δαμάσκηνο, το λάχανο και το σιτάρι μπορεί να έχουν αντίστοιχη δράση.
  • Αύξηση των φυτικών ινών στη διατροφή: Η πρακτική αυτή μπορεί να ανακουφίσει από τα συμπτώματα του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου, ιδιαίτερα στους ασθενείς που παρουσιάζουν δυσκοιλιότητα. Όπου χρειάζεται μπορούν να χορηγηθούν να συμπληρώματα φυτικών ινών τα οποία αρχικά χορηγούνται σε μικρή δόση η οποία αυξάνεται σταδικά σε διάστημα εβδομάδων. Οι φυτικές ίνες μπορεί να προκαλέσουν μετεωρισμό και δυσφορία σε ορισμένους ασθενείς με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου. Στην περίπτωση αυτή, περιορίστε την κατανάλωση φυτικών ινών και αναζητήστε άλλους τρόπους ανακούφισης από τη δυσκοιλιότητα.

Ψυχοκοινωνικές θεραπείες – Το στρες και το άγχος μπορεί να επιδεινώσουν τα συμπτώματα του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου σε ορισμένα άτομα. Η καλύτερη προσέγγιση για τον περιορισμό του στρες και του άγχους εξαρτάται από την κατάσταση και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων του κάθε ασθενούς. Συμβουλευτείτε τον γιατρό σας αναφορικά με το ρόλο που μπορεί να παίζει το άγχος στη βαρύτητα των συμπτωμάτων σας.

Φάρμακα για το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου – Αν και αρκετά φάρμακα είναι διαθέσιμα για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου, τα φάρμακα αυτά δεν θεραπεύουν τη νόσο. Τα φάρμακα που χορηγούνται εξαρτώνται από την μορφή του συνδρόμου από την οποία πάσχει ο ασθενής. Ως γενικό κανόνα, η χορήγηση φαρμάκων πρέπει να γίνεται μόνο όταν ο ασθενής δεν έχει ανταποκριθεί σε πιο συμβατική αγωγή, όπως με αλλαγές στη διατροφή και συμπληρώματα.

  • Αντιχολινεργικά: Τα φάρμακα αυτά αποκλείουν τον ερεθισμό του νευρικού συστήματος στο γαστρεντερικό σωλήνα, γεγονός που βοηθά να περιοριστούν οι σοβαρές κράμπες και οι ανώμαλες συσπάσεις του εντέρου.Τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής περιλαμβάνουν τη δικυκλομίνη και την υοσκυαμίνη και είναι προτιμότερο να χορηγούνται προληπτικά. Συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες των παραπάνω φαρμάκων περιλαμβάνουν την ξηροστομία και τη διπλωπία.
  • Αντικαταθλιπτικά: Αρκετοί τρικυκλικοί παράγοντες έχουν αναλγητική δράση στους ασθενείς με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου. Η δόση που χορηγείται είναι τυπικά πολύ χαμηλότερη σε σχέση με αυτή που χορηγείται στην κατάθλιψη. Τα φάρμακα αυτά περιορίζουν την αντίληψη του πόνου όταν χορηγούνται σε μικρές δόσεις, ωστόσο ο ακριβής μηχανισμός δράσης τους είναι άγνωστος. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται συχνότερα περιλαμβάνουν την αμιτριπτυλίνη, την ιμιπραμίνη, τη δεσιπραμίνη και τη νορτριπτυλίνη. Με τη χορήγηση των φαρμάκων αυτών μπορεί να εμφανιστεί αίσθημα κόπωσης, ωστόσο όταν χορηγούνται το απόγευμα η δράση αυτή είναι επιθυμητή καθώς διευκολύνει τον ύπνο. Συνήθως χορηγούνται σε μικρή δόση η οποία αυξάνεται σταδιακά. Η πλήρης δράση τους εμφανίζεται συνήθως σε 3-4 εβδομάδες. Σε ασθενείς με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου και κατάθλιψη μπορεί να χορηγηθούν εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs). Φάρμακα της κατηγορίας αυτής είναι η φλουοξετίνη, η σερτραλίνη, η παροξετίνη, η σιταλοπράμη και η εσιταλοπράμη.
  • Αντιδιαρροϊκά: Η λοπεραμίδη ή η διφαινοξυλάτη-ατροπίνη μπορεί να περιορίσουν την κινητικότητα των κοπράνων μέσα στο γαστρεντερικό σωλήνα. Τα φάρμακα αυτά προσφέρουν περισσότερα οφέλη στο σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου με διάρροια. Οι γιατροί συνιστούν ότι τα φάρμακα αυτά πρέπει να χορηγούνται μόνο όπου χρειάζεται και όχι συνέχεια. Ιδιαίτερα για τη λοπεραμίδη, οι δόσεις μεγαλύτερες από τις συνιστώμενες μπορεί να προκαλέσουν καρδιακά προβλήματα σε ορισμένους ασθενείς.
  • Αγχολυτικά: Τα φάρμακα αυτά, όπως λέει και το όνομά τους, περιορίζουν το άγχος. Η διαζεπάμη, η λοραζεπάμη και η χλωναζεπάμη ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Τα αγχολυτικά χορηγούνται σε ασθενείς με βραχείας διάρκειας άγχος το οποίο επειδεινώνει τα συμπτώματα του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου. Τα φάρμακα αυτά, ωστόσο, πρέπει να λαμβάνονται μόνο για μικρή χρονική διάρκεια καθώς μπορεί να προκαλέσουν εθισμό.
  • Αλοσετρόνη: Το φάρμακο αυτό αποκλείει μία ορμόνη η οποία εμπλέκεται στις εντερικές συσπάσεις. Χορηγείται στις γυναίκες με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου στο οποίο κυρίαρχο σύμπτωμα είναι η διάρροια.
  • Λουβιπροστόνη: Το φάρμακο αυτό χορηγείται για τη θεραπεία της σοβαρής δυσκοιλιότητας και του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου σε ενήλικες γυναίκες οι οποίες δεν ανταποκρίνονται σε άλλες θεραπείες. Δρα αυξάνοντας την έκκριση των εντερικών υγρών.
  • Λινακλοτίδη: Το φάρμακο αυτό χορηγείται επίσης σε ενήλικες ασθενείς με δυσκοιλιότητα και σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται σε άλλες θεραπείες. Αυξάνει και αυτό την έκκριση υγρών, ωστόσο η αποτελεσματικότητα και η ασφάλειά του χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης από έρευνες.
  • Αντιβιοτικά: Ο ρόλος των αντιβιοτικών στη θεραπεία του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου είναι ακόμα ασαφής. Αν και ορισμένοι ασθενείς έχουν ανακουφιστεί από τα συμπτώματα του συνδρόμου με τη χορήγηση αντιβιοτικών, χρειάζονται περαιτέρω έρευνες προκειμένου να αποδειχθεί ότι τα φάρμακα αυτά μπορούν να προσφέρουν οφέλη στο σύνδρομο.

Πρόγνωση του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου

Αν και το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου μπορεί να προκαλέσει σημαντική φυσική και συναισθηματική δυσφορία, οι περισσότεροι ασθενείς δεν παρουσιάζουν σοβαρές μακροχρόνιες παθήσεις. Επιπλέον, ο μεγαλύτερος αριθμός ασθενών με το σύνδρομο μαθαίνει να ελέγχει τα συμπτώματα.

Είναι σημαντικό να συμβουλευτείτε τον γιατρό σας για να παρακολουθήσει τα συμπτώματά σας σε βάθος χρόνου. Αν τα συμπτώματά σας παρουσιάσουν διαφοροποίηση, ίσως χρειαστεί να κάνετε περαιτέρω εξετάσεις. Τελικά, λιγότερο από το 5% των ασθενών με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου θα διαγνωστεί και με άλλη πάθηση του γαστρεντερικού συστήματος.

Βιβλιογραφία: UpToDate