Το μικροβίωμα αποτελεί τον τομέα της έρευνας που συγκεντρώνει σήμερα το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ο όρος «μικροβίωμα» αναφέρεται στα τρισεκατομμύρια μικρόβια που βρίσκονται στο οργανισμό μας. Η μεγάλη πλειοψηφία αυτών των βακτηρίων, ιών και μυκήτων βρίσκονται στο έντερο. Τα μικρόβια αυτά βοηθούν στην πέψη, παράγουν θρεπτικές ουσίες αλλά και άλλες ουσίες με διάφορες επιδράσεις για την υγεία μας.

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει συνεχής αλληλεπίδραση μεταξύ των μικροβίων που βρίσκονται στο έντερο και των περισσοτέρων οργανικών συστημάτων του ανθρώπου, όπως το αγγειακό, το νευρικό, το ενδοκρινικό και το ανοσοποιητικό. Όλα τα παραπάνω συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με την καρδιαγγειακή υγεία.

Μικροβιακοί μεταβολίτες

Είναι προφανές ότι η διατροφή μας παίζει σημαντικό ρόλο στη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος. Συνεχώς μαθαίνουμε περισσότερα σχετικά με τις ουσίες που παράγονται από τα μικρόβια (δηλαδή τους μεταβολίτες) και τον τρόπο που αυτές επηρεάζουν τον κίνδυνο αρκετών χρονίων παθήσεων, μεταξύ των οποίων ο διαβήτης, η καρδιακή νόσος και ο καρκίνος.

Ένας από τους μεταβολίτες που έχει μελετηθεί εκτενώς είναι η τριμεθυλαμίνη (ΤΜΑ), η οποία σχηματίζεται όταν τα μικρόβια του εντέρου καταναλώνουν χολίνη, μία ουσία που βρίσκεται στο κόκκινο κρέας, τα ψάρια, τα πουλερικά και τα αυγά. Στο ήπαρ, η ΤΜΑ μετατρέπεται σε Ν-οξείδιο της τριμεθυλαμίνης (ΤΜΑΟ), μία ουσία που συνδέεται έντονα με το σχηματισμό αθηροσκληρωτικών πλακών. Μία έρευνα του 2017 από την Dr. Manson και τους συνεργάτες της, η οποία δημοσιεύτηκε στο Journal of the American Heart Association, συγκέντρωσε τα ευρήματα 19 ερευνών που εξέτασαν τη σύνδεση μεταξύ των επιπέδων ΤΜΑΟ στο αίμα και σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων (κυρίως εμφράγματα του μυοκαρδίου και εγκεφαλικά επεισόδια).

Τα άτομα με τα υψηλότερα επίπεδα ΤΜΑΟ είχαν 62% αυξημένη πιθανότητα να παρουσιάσουν σοβαρά καρδιαγγειακά προβλήματα σε σχέση με αυτούς με τα χαμηλότερα επίπεδα. Τα υψηλά επίπεδα της ΤΜΑΟ συνδέθηκαν επίσης με αυξημένη θνησιμότητα. Οι παραπάνω συνδέσεις ήταν ανεξάρτητες των παραδοσιακών παραγόντων κινδύνου, όπως ο διαβήτης, η παχυσαρκία και τα προβλήματα των νεφρών. Φαίνεται, έτσι, ότι η ΤΜΑΟ μπορεί να αποτελέσει ένα νέο στόχο για τις στρατηγικές πρόληψης και θεραπείας.

Οι μεταβολίτες του εντερικού μικροβιώματος επηρεάζουν επίσης άλλους παράγοντες που συνδέονται με τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, όπως ο διαβήτης, η υψηλή αρτηριακή πίεση και η φλεγμονή. Για παράδειγμα, μία διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες ενισχύει τον πολλαπλασιασμό των βακτηρίων που παράγουν λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου. Η υψηλή περιεκτικότητα του εντέρου στα μικρόβια αυτά συνδέεται με καλύτερο έλεγχο της γλυκόζης αίματος και του σωματικού βάρους στα άτομα με διαβήτη, σύμφωνα με μίας μικρής κλίμακας έρευνα.

Οφέλη στην αρτηριακή πίεση

Τα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου, τα οποία δημιουργούνται σχεδόν αποκλειστικά στο έντερο, φαίνεται ότι παίζουν επίσης ρόλο στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης. Ορισμένες έρευνες σε ποντίκια έχουν δείξει ότι τα λίπη αυτά εμπλέκονται στη διαστολή και τη συστολή των αιμοφόρων αγγείων. Η παρατήρηση αυτή αποτελεί ένα μικρό μέρος μίας έρευνας σχετικά με το ρόλο του μικροβιώματος στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, η οποία δημοσιεύτηκε το Σεπτέμβρη του 2017 στο περιοδικό Hypertension.

Άλλα ευρήματα που συζητήθηκαν σε εκείνη την έρευνα είναι:

  • Ο τρόπος με τον οποίο η υψηλή πρόσληψη νατρίου από τη διατροφή αλλάζει τη σύνθεση των πληθυσμών του εντερικού μικροβιώματος.
  • Ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζεται η νεφρική λειτουργία από τις τοξίνες που απελευθερώνουν τα μικρόβια.
  • Ο τρόπος με τον οποίο τα μικρόβια που βρίσκονται στη στοματική κοιλότητα αλληλεπιδρούν με τα νιτρικά άλατα από τα λαχανικά, σχηματίζοντας νιτρώδη και οξείδια του αζώτου, τα οποία δρουν στα αιμοφόρα αγγεία.

Αν και η έρευνα του εντερικού μικροβιώματος βρίσκεται ακόμα στην αρχή της, αρκετά δεδομένα δείχνουν ότι οι διατροφικές συνήθειες που βοηθούν στην προληψη των καρδιακών νόσων (όπως η αποφυγή του κόκκινου κρέατος, ο περιορισμός του αλατιού και η αυξημένη κατανάλωση λαχανικών και τροφίμων ολικής αλέσεως), έχουν επίσης θετικές επιδράσεις στο εντερικό μικροβίωμα.

Η υπόσχεση των προβιοτικών

Τι συμβαίνει όμως με τα προβιοτικά, τα ζωντανά, δηλαδή, βακτήρια που βρίσκονται στο γιαούρτι και τα συμπληρώματα διατροφής; Αν και τα μέχρι τώρα στοιχεία δείχνουν ότι ανακουφίζουν από τη διάρροια που προκαλείται από λοιμώξεις ή αντιβιοτικά καθώς και από τα συμπτώματα του συνδρόμου ευερεθίστου εντέρου, τα δεδομένα ερευνών είναι περιορισμένα.

Ακόμα δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι τα προβιοτικά μπορούν να προσφέρουν οφέλη στην πρόληψη και θεραπεία των περισσοτέρων χρονίων νόσων. Συχνά δεν είμαστε σίγουροι αν φτάνουν στο στόχο και επηρεάζουν τον εντερικό μικροβίωμα. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη έρευνα θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε περισσότερα για τη λειτουργία τους σύντομα.

Βιβλιογραφία: Harvard Health Publishing