Οι ασθενείς που έχουν αφαιρέσει τις αμυγδαλές ή τις αδενοειδείς εκβλαστήσεις τους πριν την ηλικία των 9 ετών διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αναπνευστικών, λοιμωδών και αλλεργικών παθήσεων μέχρι την ηλικία των 30 ετών, σύμφωνα με μία έρευνα σε περίπου 1.2 εκατομμύρια άτομα.

«Παρατηρήσαμε ότι η αμυγδαλεκτομή σχετίστηκε με σχεδόν τριπλάσιο κίνδυνο νόσων του ανωτέρου αναπνευστικού, ενώ η αδενοτομή διπλασίασε τον κίνδυνο χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας και παθήσεων του ανωτέρου αναπνευστικού, ενώ διπλασίασε επίσης τον κίνδυνο επιπεφυκίτιδας», είπε ο Sean Byars, ένας από τους συγγραφείς της έρευνας.

«Οι αμυγδαλές και οι αδενοειδείς εκβλαστήσεις συχνά αφαιρούνται για την αντιμετώπιση της υποτροπιάζουσας αμυγδαλίτιδας ή της μέσης ωτίτιδας», προσέθεσε.

Η κατανόηση των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων των επεμβάσεων αυτών έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι αδενοειδείς εκβλαστήσεις και οι αμυγδαλές αποτελούν κομμάτια του ανοσοποιητικού συστήματος, συμβάλουν στην ανίχνευση των παθογόνων και την άμυνα του οργανισμού απέναντι σε αυτούς και αφαιρούνται συνήθως σε ηλικίες κατά τις οποίες το ανοσοποιητικό σύστημα ακόμα αναπτύσσεται.

Ο Byars και οι συνεργάτες του πιστεύουν ότι τα ευρήματά τους θα συμβάλλουν στις προσπάθειες που γίνονται για την ανακάλυψη εναλλακτικών μη χειρουργικών θεραπειών.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο JAMA Otorolaryngology-Head & Neck Surgery.

Ο Byars και οι συνεργάτες του ανέλυσαν δεδομένα από το Danish Birth Registry, που περιελάμβανε 1.189.061 άτομα ηλικίας μέχρι 30 ετών. Οι εθελοντές που συμπεριελήφθησαν στην ανάλυση είχαν γεννηθεί μεταξύ των ετών 1979 και 1999 και παρακολουθήθηκε η πορεία τους μέχρι το 2009. Σε 17.460 εθελοντές αφαιρέθηκαν οι αδενοειδείς εκβλαστήσεις, σε 11.830 αφαιρέθηκαν οι αμυγδαλές ενώ σε 31.377 αφαιρέθηκαν και οι 2 παραπάνω. Οι υπόλοιποι εθελοντές θεωρήθηκαν ομάδα ελέγχου.

Όταν οι ερευνητές εξέτασαν τον κίνδυνο εμφάνισης 28 διαφορετικών παθήσεων σε κάθε ομάδα, διαπίστωσαν ότι οι εθελοντές που είχαν κάνει αμυγδαλεκτομή είχαν με τριπλάσιο κίνδυνο παθήσεων του ανώτερου αναπνευστικού σε σχέση με αυτούς που δεν είχαν κάνει αυτή την επέμβαση.

Η αδενοτομή, με τη σειρά της, σχετίστηκε με διπλάσιο κίνδυνο χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας και σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο λοιμώξεων του αναπνευστικού και επιπεφυκίτιδας.

«Για ορισμένες παθήσεις, ακόμα και μία μικρή αύξηση του κινδύνου έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω της μεγάλης τους συχνότητας στον γενικό πληθυσμό», εξήγησαν οι ερευνητές. Ο αυξημένος κίνδυνος των παθήσεων αυτών αφορούσε σε μεγάλο βαθμό το αναπνευστικό σύστημα, με εκδηλώσεις όπως το άσθμα και η πνευμονία.

Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης 28 ομάδες παθήσεων. Παρατήρησαν ότι υπήρχαν μικρές αυξήσεις στον κίνδυνο για 78% από αυτές. Για παράδειγμα, ο σχετικός κίνδυνος μέσης ωτίτιδας ήταν αυξημένος κατά 2-5 φορές, ενώ ο κίνδυνος ιγμορίτιδας μετά από αφαίρεση αμυγδαλών και αδενοειδών εκβλαστήσεων ήταν αυξημένος κατά 68%.

Ωστόσο, η χειρουργική αφαίρεση των αμυγδαλών και των αδενοειδών εκβλαστήσεων δεν συνδέεται μόνο με αρνητικές επιπτώσεις. Η αδενοτομή, για παράδειγμα, μειώνει τον κίνδυνο διαταραχών του ύπνου κατά 70%. Και οι 2 επεμβάσεις μειώνουν επίσης τον κίνδυνο αμυγδαλίτιδας και χρόνιας αμυγδαλίτιδας κατά περίπου 50-90%.

Τα καλύτερα διαθέσιμα δεδομένα

Ο Richard Rosenfeld, καθηγητής ωτορινολαρυγγολογίας, όταν ρωτήθηκε σχετικά με την έρευνα δήλωσε ότι η «ιατρική βασισμένη σε αποδείξεις» βασίζεται στα καλύτερα δεδομένα που είναι διαθέσιμα κάθε στιγμή. Συχνά τα «καλύτερα» δεδομένα προέρχονται από μία μελέτη παρατήρησης.

Στην παρούσα έρευνα, ο Rosenfeld, σημειώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη παράγοντες όπως η έκθεση στον καπνό, το ιστορικό παθήσεων του αναπνευστικού πριν τις επεμβάσεις, καθώς και τα κριτήρια με τα οποία επιλέχθηκαν οι ασθενείς που έκαναν την επέμβαση.

«Τα παραπάνω, πιθανώς να επηρέασαν τα ευρήματα, ωστόσο η έρευνα δίνει αρκετά δεδομένα για να αναλυθεί το συγκεκριμένο θέμα από περισσότερες μελέτες στο μέλλον», συμπλήρωσε.

Ο Rosenfeld σημειώνει επίσης ότι οι δύο κύριες ενδείξεις αμυγδαλεκτομής (με ή χωρίς αδενοτομή) είναι η αποφρακτική υπνική άπνοια (OSAS) και οι υποτροπιάζουσες αμυγδαλίτιδες. Για την πρώτη, η χειρουργική προσέγγιση παραμένει απαραίτητη καθώς η νόσος μπορεί να έχει σημαντικές γνωστικές και φυσικές επιπτώσεις, αλλά και να επηρεάσει την ανάπτυξη των παιδιών.

Εν εντιθέσει, η υποτροπιάζουσα αμυγδαλίτιδα σπάνια οδηγεί σε σοβαρές επιπλοκές και συχνά υποχωρεί από μόνη της. Από τα αποτελέσματα της έρευνας, επομένως, συμπεραίνουν ότι, αν η ένδειξη της χειρουργικής αφαίρεσης είναι η αποφρακτική υπνική άπνοια, η επέμβαση πρέπει να γίνεται. Αν η αιτία είναι μία υποτροπιάζουσα αμυγδαλίτιδα, πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί καθώς οι κίνδυνοι από μία αμυγδαλεκτομή/αδενοτομή πιθανώς υπερβαίνουν τα οφέλη που προσφέρει η επέμβαση.

Βιβλιογραφία: Medscape