Όταν οι περισσότεροι άνθρωποι ακούν τη λέξη «δηλητήριο», η πρώτη τους σκέψη περιλαμβάνει συνήθως εξωτικές ουσίες και συνωμοσίες, για παράδειγμα μία σταγόνα αρσενικού σε ένα πιάτο σούπα σε ένα αριστοκρατικό συμπόσιο ή μία δόση ρικίνης σε ένα ποτήρι τσάι. Στην πραγματικότητα, η μεγάλη πλειοψηφία των δηλητηριάσεων προκαλούνται από πολύ πιο κοινές ουσίες. Η φράση «η δόση κάνει το δηλητήριο» είναι αληθής. Ουσιαστικά οποιαδήποτε ουσία, ακόμα και το οξυγόνο ή το νερό, είναι δυνητικά τοξική σε μεγάλες δόσεις.

Η ενημέρωση του κοινού για τις δηλητηριάσεις έχει βελτιωθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, ωστόσο αρκετές λανθασμένες αντιλήψεις παραμένουν μέχρι σήμερα. Ορισμένες από αυτές μπορεί να είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες. Σε κάθε δηλητηρίαση, ο χρόνος είναι πάντοτε μείζονος σημασίας και κάθε λεπτό μετράει. Ακολουθούν 4 από τους πιο κοινούς μύθους που συνοδεύουν τα δηλητήρια και τις επιδράσεις τους.

Μύθος 1: Υπάρχει αντίδοτο για τα περισσότερα δηλητήρια

Η αλήθεια είναι ότι μόλις 40 αντίδοτα χρησιμοποιούνται στην κλινική ιατρική για την αντιμετώπιση δηλητηριάσεων από συγκεκριμένες ουσίες και τα περισσότερα νοσοκομεία διαθέτουν μερικά μόνο από αυτά. Λιγότερο από το 5% των ασθενών με δηλητηρίαση θα λάβει αντίδοτο για την ουσία στην οποία εκτέθηκε. Μία πιθανή αιτιολογία για το παραπάνω γεγονός, είναι ότι οι γιατροί συχνά δεν γνωρίζουν σε ποια ουσία έχει εκτεθεί ο ασθενής και πρέπει να μαντέψουν ποια είναι αυτή βάση των πληροφοριών που περιβάλλουν τη δηλητηρίαση. Οι περισσότερες δηλητηριάσεις πάντως μπορούν να αντιμετωπιστούν χωρίς τη χρήση αντιδότου, ακόμα και όταν το δηλητήριο είναι γνωστό. Η πλέον κοινή θεραπεία των δηλητηριάσεων περιλαμβάνει αντιμετώπιση των συμπτωμάτων και των επιπλοκών καθώς ο οργανισμός αποβάλλει το δηλητήριο μόνος του.

Στο παρελθόν υπήρχε ένα «καθολικό» αντίδοτο, το οποίο ωστόσο σήμερα δεν χρησιμοποιείται πια. Το αντίδοτο αυτό αποτελείτο από ενεργό ξυλάνθρακα, οξείδιο του μανγησίου και ταννικό οξύ και ουσιαστικά απέτρεπε την απορρόφηση του δηλητηρίου από τον οργανισμό. Ωστόσο, αρκετές έρευνες έδειξαν ότι ο ξυλάνθρακας, αν και έχει την παραπάνω δράση, δεν επηρέαζε την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Τα υπόλοιπα συστατικά του αντιδότου παρενέβαιναν επίσης στη δράση του ξυλάνθρακα.

Μύθος 2: Η δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα προκαλεί λιποθυμία

Ο μύθος αυτός είναι ένας από τους πλέον διαδεδομένους. Τα συμπτώματα της δηλητηρίασης από μονοξείδιο του άνθρακα μπορεί να είναι πολύ ήπια με αποτέλεσμα η διάγνωση να είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Τα πρώιμα συμπτώματα περιλαμβάνουν κεφαλαλγία, δύσπνοια, κόπωση, αλλαγή της διάθεσης και διαταραχή της συνείδησης. Αρκετοί ασθενείς εξετάζονται και νοσηλεύονται για τα παραπάνω συμπτώματα πριν ο γιατρός συνειδητοποιήσει ότι είναι αποτέλεσμα δηλητηρίασης από μονοξείδιο του άνθρακα, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος εμφάνισης περαιτέρω συμπτωμάτων από το επικίνδυνο αυτό αέριο. Η δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα πρέπει πάντοτε να συμπεριλαμβάνεται στη διαφορική διάγνωση όταν τα μέλη μίας οικογενείας παρουσιάζουν ασαφή συμπτώματα ή συμπτώματα που ομοιάζουν γρίπη.

Μύθος 3: Η πρόκληση εμέτου και το σιρόπι ιπεκακουάνας είναι αποτελεσματικοί τρόποι αντιμετώπισης αρκετών δηλητηριάσεων

Το παραπάνω αποτελεί μύθο καθώς η πρόκληση εμέτου σε ένα ασθενή που πάσχει από δηλητηρίαση ενέχει αρκετούς κινδύνους. Το σιρόπι ιπεκακουάνας, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για την πρόκληση εμέτου, δεν πρέπει να βρίσκεται στο σπίτι και αρκετά φαρμακεία δεν το διαθέτουν πλέον. Το φάρμακο αυτό αλλά και οι υπόλοιπες μέθοδοι πρόκλησης εμέτου συχνά συνοδεύονται από επιπλοκές και δεν βοηθούν την αγωγή για την αντιμετώπιση των δηλητηριάσεων.

Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, είναι προτιμότερο τα πρώτα λεπτά μετά από μία δηλητηρίαση να επικοινωνήσετε με το κέντρο δηλητηριάσεων ή ένα νοσοκομείο, ανάλογα με τη σοβαρότητα της δηλητηρίασης. Η πρόκληση εμέτου δεν είναι απαραίτητη και, τις περισσότερες περιπτώσεις, θα προκαλέσει περαιτέρω προβλήματα άσχετα με τη δηλητηρίαση.

Μύθος 4: Η κατάποση του δηλητηρίου είναι πιο επικίνδυνη από την απορρόφησή του μέσω του δέρματος

Τα τοπικά φάρμακα, ιδιαίτερα τα αναλγητικά σε μορφή δερματικού επιθέματος μπορούν να είναι εξίσου επικίνδυνα με τα χάπια και συχνά είναι πιο ισχυρά. Τα επιθέματα αυτά είναι ιδιαίτερα χρήσιμα στους ασθενείς που δεν μπορούν να καταπιούν χάπια ή δεν θυμούνται να τα λαμβάνουν στην ώρα τους. Ωστόσο, ακόμα και όταν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις οδηγίες, το 75% του φαρμάκου μπορεί να πραμείνει στο επίθεμα μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Επιπλέον, τα μικρά παιδιά μπορεί να αφαιρέσουν το επίθεμα και να το καπιούν δημιουργώντας έτσι μεγαλύτερο κίνδυνο.

Τα επιθέματα μπορεί επίσης να προκαλέσουν δηλητηρίαση αν έχουν πάθει βλάβες ή αν τοποθετούνται σε ερεθισμένες ή τραυματισμένες περιοχές του δέρματος, γεγονός που οδηγεί σε ταχύτερη απορρόφηση του φαρμάκου.

Τέλος, το λάδι του wintergreen, το οποίο αποτελεί συστατικό αρκετών αλοιφών μπορεί να προκαλέσει δηλητηρίαση αντίστοιχη με αυτή της ασπιρίνης.

Βιβλιογραφία: MSD