Αν και ο χρόνιος βήχας στους ενήλικες μπορεί να έχει αρκετά αίτια, για τα περισσότερα περιστατικά ενοχοποιούνται τέσσερις παθήσεις: το σύνδρομο βήχα από τον ανώτερο αεραγωγό, η γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσος, το άσθμα και η μη ασθματική ηωσινοφιλική βρογχίτιδα. Άλλα αίτια περιλαμβάνουν τη χρήση αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, περιβαλλοντικούς παράγοντες, το κάπνισμα, τη χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και την αποφρακτική υπνική άπνοια. Η ακτινογραφία θώρακος μπορεί να αποκλείσει λοιμώδεις, φλεγμονώδεις ή κακοήθεις νόσους στο θώρακα. Οι ασθενείς με βήχα που επιμένει πρέπει να παραπέμπονται σε παθολόγο, πνευμονολόγο ή ωτορινολαρυγγολόγο. Στα παιδιά, ο βήχος θεωρείται χρόνιος αν διαρκεί πάνω από 4 εβδομάδες. Σε παιδιά ηλικίας 6 έως 14 ετών, η συχνότερη αιτία βήχα είναι το άσθμα, η βακτηριακής αιτιολογίας βρογχίτιδα και το σύνδρομο βήχα από τον ανώτερο αεραγωγό.

go to site Εισαγωγή

Ο βήχας που προκαλείται από το κοινό κρυολόγημα διαρκεί συνήθως 1-3 εβδομάδες και υποχωρεί χωρίς να χρειαστεί θεραπεία. Ωστόσο, ο βήχας που επιμένει μπορεί να είναι η πρώτη ένδειξη κάποιοας σοβαρής πάθησης. Ο βήχας αποτελεί το συχνότερο σύμπτωμα στους ενήλικες ανεξαρτήτου ηλικίας που προσέρχονται στο νοσοκομείο. Ως χρόνιος ορίζεται ο βήχας που διαρκεί περισσότερο από 8 εβδομάδες. Ο οξύς βήχας έχει διάρκεια μικρότερη των 3 εβδομάδων ενώ ο υποξύς έχει διάρκεια 3-8 εβδομάδες. Ο βήχας που επιμένει, μπορεί να περιορίσει σημαντικά την ποιότητα ζωής και να προκαλέσει έμετο, μυαλγίες, κατάγματα στα πλευρά, ακράτεια, αίσθημα κόπωσης και κατάθλιψη. Έχει επίσης ψυχολογικές επιδράσεις, καθώς προκαλεί αίσθημα ντροπής και περιορισμό των κοινωνικών συναναστροφών.

Εκτίμηση του χρονίου βήχα

Η αρχική εκτίμηση πρέπει να επικεντρωθεί στην ανίχνευση των προκλητικών παραγόντων, όπως η χρήση ενός αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, η έκθεση σε περιβαλλοντικούς παράγοντες, το κάπνισμα και η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Ο γιατρός πρέπει να αποκλείσει επίσης συμπτώματα (όπως ο πυρετός, η απώλεια βάρους, η αιμόπτυση, το βράγχος φωνής, η δύσπνοια, η σιελόρροια, η υποτροπιάζουσα πνευμονία, το ιστορικό καπνίσματος 20 ετών) που παραπέμπουν σε σοβαρά αίτια. Η περιγραφή του βήχα από τον ασθενή δεν πρέπει να επηρεάσει τη διάγνωση. Πρέπει να γίνει επίσης ακτινογραφία θώρακος για να αποκλειστούν λοιμώδεις, φλεγμονώδεις και κακοήθεις θωρακικές παθήσεις, εκτός αν το αίτιο έχει ήδη ανιχνευθεί. Όταν η φυσική εξέταση είναι φυσιολογική, δεν χρειάζονται περαιτέρω εξετάσεις, όπως αξονική τομογραφία θώρακος ή ιγμορείων ή βρογχοσκόπηση.

Η διαγνωστική προσέγγιση πρέπει να επικεντρωθεί στα 4 πιο κοινά αίτια του χρονίου βήχα στους ενήλικες: το σύνδρομο βήχα από τον ανώτερο αεραγωγό, τη γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσο, το άσθμα και τη μη ασθματική ηωσινοφιλική βρογχίτιδα. Μετά την εκτίμηση και εμπειρική θεραπεία των νόσων αυτών, ο γιατρός θα εξετάσει λιγότερο κοινά αίτια.

Συχνότερα αίτια του χρονίου βήχα

Σύνδρομο βήχα από τον ανώτερο αεραγωγό

Το σύνδρομο αυτό αποτελεί τη συχνότερη αιτία χρονίου βήχα. Εμφανίζεται συνήθως με καταρροή, ρινική συμφόρηση, φτέρνισμα και κνησμό, ωστόσο η απουσία των παραπάνω δεν αποκλείει το σύνδρομο από τη διαφορική διάγνωση. Κατά τη φυσική εξέταση ο γιατρός μπορεί να παρατηρήσει οίδημα των ηθμοειδών κυψελών και συλλογή υγρού στους παραρρίνιους κόλπους και εικόνα λιθοστρώτου στον οπίσθιο φάρυγγα. Αν η αιτία ταυτοποιηθεί, η θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει άμεσα, εναλλακτικά χορηγούνται αποσυμφορητικά της ρινός σε συνδυασμό με αντισταμινικά πρώτης γενιάς. Κλινική βελτίωση θα παρουσιαστεί μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες.

Άσθμα και Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ)

Η συχνότητα του άσθματος σε ασθενείς με χρόνιο βήχα κυμαίνεται από 24-29%. Υποπτευόμαστε τη νόσο σαν αιτία σε ασθενείς με δύσπνοια, συριγμό και σφίξιμο στο στήθος, ωστόσο ο βήχας μπορεί να είναι η μόνη κλινική εκδήλωση του άσθματος. Αν η φυσική εξέταση και η σπιρομέτρηση δεν επαρκούν για να τεθεί η διάγνωση, γίνεται εξέταση με εισπνοή μεταχολίνης. Η υποχώρηση του βήχα με χορήγηση φαρμάκων για το άσθμα αποτελεί επίσης διαγνωστικό κριτήριο. Ο γιατρός θα πληροφορήσει τον ασθενή για πιθανούς προκλητικούς παράγοντες και θα χορηγήσει θεραπεία η οποία συνήθως περιλαμβάνει εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά και υψηλές δόσεις εισπνεομένων κορτικοστεροειδών. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χορηγηθούν ανταγωνιστές των υποδοχέων λευκοτριενίων. Τα συμπτώματα υποχωρούν 1-2 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας. Για σοβαρό βήχα που επιμένει, μπορεί να χορηγηθεί επίσης πρεδνιζόνη (40-60mg) για 5-10 ημέρες.

Η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) προκαλεί συνήθως χρόνιο βήχα, ωστόσο οι περισσότεροι ασθενείς που έχουν το σύμπτωμα αυτό δεν έχουν ΧΑΠ. Αρκετά συμπτώματα του άσθματος εμφανίζονται επίσης στη ΧΑΠ. Η σπιρομέτρηση θέτει τη διάγνωση του ΧΑΠ. Η θεραπεία περιλαμβάνει εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά, εισπνεόμενα αντιχολινεργικά, εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή και από του στόματος κορτικοστεροειδή (για 1-2 εβδομάδες όπου χρειάζεται).

Μη ασθματική ηωσινοφιλική βρογχίτιδα

Η μη ασθματική ηωσινοφιλική βρογχίτιδα χαρακτηρίζεται από χρόνιο βήχα σε ασθενείς χωρίς συμπτώματα παρεμπόδισης των αεροφόρων οδών, φυσιολογική απόκριση σε μία εξέταση εισπνοής μεταχολίνης και ηωσινοφιλία πτυέλων. Έρευνες έχουν δείξει ότι η φλεγμονή των αεραγωγών σε ασθενείς με χρόνιο βήχα είναι αποτέλεσμα μη ασθματικής ηωσινοφιλικής βρογχίτιδας στο 10-30% των περιστατικών. Η νόσος δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία με εισπενόμενα βρογχοδιασταλτικά, ανταποκρίνεται όμως στα εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή. Ο προκλητικός παράγοντας της νόσου πρέπει επίσης να αποφεύγεται αν είναι κάποιο αέριο στο χώρο της δουλειάς ή κάποιο εισπνεόμενο αλλεργιογόνο. Από του στόματος κορτικοστεροειδή χορηγούνται μόνο όταν τα εισπνεόμενα δεν είναι αποτελεσματικά.

Γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσος

Η νόσος αυτή ενοχοποιείται για το χρόνιο βήχα σε ένα ποσοστό που κυμαίνεται από 0 έως 73%. Διάφορες έρευνες έχουν συνδέσει τη γαστροϊσοφαγική παλινδρομική νόσο με την εμφάνιση χρονίου βήχα, ωστόσο η παθοφυσιολογία της είναι αρκετά σύνθετη και η θεραπεία δεν είναι ευρέως αποδεκτή. Η κλινική εικόνα, που περιλαμβάνει καούρες, αίσθημα παλινδρόμησης υγρών, οξεία γεύση στο στόμα και βράγχος φωνής, είναι ενδεικτική για τη διάγνωση της νόσου. Ορισμένες έρευνες έδειξαν ότι ο χρόνιος βήχας μπορεί να βελτιωθεί με τη χορήγηση αντιόξινων, ωστόσο πιο πρόσφατες έρευνες δεν παρατήρησαν διαφορά μεταξύ χορήγησης αναστολέων αντλίας πρωτονίων και placebo. Αν και δεν υπάρχουν αρκετά δεδομένα που να επιβεβαιώνουν ότι η χορήγηση αναστολέων αντλίας πρωτονίων βοηθά στην ανακούφιση του χρονίου βήχα που είναι αποτέλεσμα γαστροοισοφαγικής παλινδρομικής νόσου, τυπικά χορηγούνται τα φάρμακα αυτά για 8 εβδομάδες σε συνδυασμό με αλλαγές στη διατροφή και απώλεια βάρους.

Ακόμα διερευνάται αν η αποφρακτική υπνική άπνοια μπορεί να προκαλέσει χρόνιο βήχα. Ωστόσο, η θεραπεία με συνεχή θετική πίεση των αεραγωγών βοηθά στην αντιμετώπιση του χρονίου βήχα και περιορίζει τη γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσο. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρονίου βήχα που που είναι αποτέλεσμα γαστροοισοφαγικής παλινδρομικής νόσου χρειάζεται να γίνει χειρουργική επέμβαση.

Βήχας σχετιζόμενος με αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης

Ο βήχας αυτός παρουσιάζεται στο 5-35% των ασθενών και είναι συχνότερος στις γυναίκες. Μπορεί να εμφανιστεί μέσα σε μερικές ώρες ή ακόμα και μήνες μετά την πρώτη δόση. Όταν η χορήγηση του φαρμάκου διακοπεί, ο βήχας υποχωρεί μέσα σε 1 εβδομάδα – 3 μήνες. Αυτός είναι και ο μόνος τρόπος να διαγνωστεί ο βήχας που προκαλείται από τους αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης.

Οι αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενίσνης αποτελούν μία εναλλακτική επιλογή φαρμάκου. Ωστόσο, αν ο ασθενής πρέπει να λάβει αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίης μπορεί να γίνει προσπάθεια να χορηγηθούν εκ νέου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο βήχας μπορεί να μην επανεμφανιστεί.

Επιλογές για την βήχα που επιμένει

Οι ασθενείς με χρόνιο βήχα, τα αίτια του οποίου δεν έχουν ταυτοποιηθεί μετά από την αρχική εκτίμηση και τη χορήγηση θεραπείας για τα συχνότερα αίτια, πρέπει να παραπεμφθούν σε παθολόγο, πνευμονολόγο ή ωτορινολαρυγγολόγο. Η χορήγηση νευροδιαβιβαστών φαίνεται ότι προσφέρει οφέλη στην αντιμετώπιση του χρονίου βήχα καθώς ο τελευταίος αποδίδεται συνήθως σε υπερευαισθησία του αντανακλαστικού του βήχα που προκαλείται από περιφερικούς και κεντρικούς μηχανισμούς.

Χρόνιος βήχας στα παιδιά

Στα παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετών, ως χρόνιος ορίζεται ο βήχας που διαρκεί πάνω από 4 εβδομάδες. Η εξέταση του ασθενούς περιλαμβάνει αρχικά ακτινογραφία θώρακος και σπιρομέτρηση. Σε ασθενείς με μη ειδικό βήχα συνήθως δεν χορηγείται θεραπεία και ο ασθενής παρακολουθείται για 1-2 εβδομάδες ακόμα.

Τα συχνότερα αίτια του χρονίου βήχα στα παιδιά 6-14 ετών είναι το άσθμα, η παρατεταμένη βακτηριακή βρογχίτιδα και το σύνδρομο βήχα από τον ανώτερο αεραγωγό. Η βακτηριακή βρογχίτιδα χαρακτηρίζεται από χρόνιο παραγωγικό βήχα ο οποίος υποχωρεί με τη χορήγηση αντιβιοτικής θεραπείας. Η θεραπεία περιλαμβάνει χορήγηση αντιβιοτικών (όπως η αμοξικιλλίνη) για 2 εβδομάδες.

Το σύνδρομο βήχα από τον ανώτερο αεραγωγό είναι σπάνιο σε παιδιά μικρότερα από 6 ετών. Η χρήση αποσυμφορητικών και αντισταμινικών πρέπει να αποφεύγεται σε αυτά. Η γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσος δεν είναι συχνή στα παιδιά και δεν πρέπει να χορηγούνται αναστολείς αντλίας πρωτονίων εμπειρικά. Στη διαφορική διάγνωση πρέπει να συμπεριληφθεί και ο κοκκύτης, ωστόσο σε αυτόν ο βήχας έχει ένα χαρακτηριστικό ήχο ο οποίος συνοδέυεται από άπνοια, χαμηλό πυρετό και έμετο. Άλλα αίτια του χρονίου βήχα μπορεί να είναι η εισρόφηση κάποιου ξένου σώματος, κληρονομικές παθήσεις, η κυστική ίνωση και διάφορες παθήσεις του ανοσοποιητικού συστήματος.

Βιβλιογραφία: Medscape

Φωτογραφία: Ryan Boren Flickr Stream