Μία νέα έρευνα δείχνει ότι οι μικροοργανισμοί γνωστοί ως προβιοτικά, που συνήθως βελτιώνουν τη λειτουργία του εντέρου, μπορούν να προσφέρουν οφέλη και στον εγκέφαλο. Συγκεκριμένα, συμβάλλουν στην πρόληψη της κατάθλιψης.

Η έρευνα περιελάμβανε ποντίκια στα οποία χορηγήθηκε τροφή πλούσια σε λιπαρά και φτωχή σε φυτικές ίνες. Σε μία ομάδα ποντικών χορηγήθηκαν μικροοργανισμοί, κυρίως γαλακτοβάκιλλοι μαζί με το νερό τους. Τα ποντίκια που έκαναν διατροφή μόνο με λιπαρά παρουσίασαν διαταραχές της συμπεριφοράς που ομοίαζαν κατάθλιψη, ενώ τα ποντίκια που λάμβαναν προβιοτικά είχαν φυσιολογική συμπεριφορά. Φαίνεται, επομένως, ότι τα προβιοτικά αντισταθμίζουν τις αρνητικές επιδράσεις της κακής διατροφής.

Τα ποντίκια που δεν λάμβαναν προβιοτικά είχαν αυξημένο αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων στον εγκέφαλό τους, γεγονός που αποτελεί ένδειξη χρόνιας φλεγμονής. Αντίστοιχα ευρήματα παρατηρούνται στο ήπαρ των υπερβάρων ασθενών και στους διαβητικούς. Τα ποντίκια που λάμβαναν προβιοτικά δεν είχαν αυξημένα επίπεδα λευκών αιμοσφαιρίων. Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι μία από τις δράσεις των προβιοτικών είναι η ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος. Στην έρευνα αυτή παρατηρήθηκε επίσης ότι τα ποντίκια που έκαναν κακή διατροφή αλλά λάμβαναν προβιοτικά, είχαν συγκρίσιμες τιμές με τα ποντίκια που έκαναν υγιεινή διατροφή. Το εύρημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς φαίνεται ότι η δράση των προβιοτικών επαρκεί για να αντισταθμίσει τις αρνητικές επιδράσεις της κακής διατροφής. Επιβεβαιώνεται επίσης ότι τα προβιοτικά δρουν και στον εγκέφαλο. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη θεραπεία της κατάθλιψης καθώς προσφέρει νέες θεραπευτικές επιλογές.

Τα ποντίκια της έρευνας χωρίστηκαν σε ομάδες και κάθε ομάδα έκανε συγκεκριμένη διατροφή. Όπως προαναφέρθηκε, σε δύο ομάδες ποντικών χορηγήθηκε διατροφή πλούσια σε λιπαρά και φτωχή σε φυτικές ίνες. Στη μία από τις δύο αυτές ομάδες χορηγήθηκαν επίσης προβιοτικά μαζί με το νερό. Σε δύο ομάδες ελέγχου χορηγήθηκε διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες και φτωχή σε λιπαρά. Μετά από 12 εβδομάδες, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι τα ποντίκια που έκαναν διατροφή με λιπαρά και δεν λάμβαναν προβιοτικά είχαν καταθλιπτική συμπεριφορά κατά τη διάρκεια ενός τεστ κολύμβησης. Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι τα συμπτώματα της κατάθλιψης στα ποντίκια δεν είναι τα ίδια με τα αντίστοιχα στους ανθρώπους. Τα ποντίκια παρουσιάζουν παθητικότητα και αδυναμία να αντιμετωπίσουν στρεσογόνες καταστάσεις. Η συμπεριφορά αυτή ερμηνεύεται ως κατάθλιψη από τους ερευνητές. Η κακή διατροφή έχει στο παρελθόν σχετιστεί με κακή υγεία τόσο σωματική όσο και ψυχική στους ανθρώπους. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στα ποντίκια.

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι τα προβιοτικά μπορούν να προσφέρουν οφέλη στους ασθενείς με κατάθλιψη, ωστόσο χρειάζονται περισσότερες έρευνες για να επιβεβαιωθεί αυτό, καθώς η συμπεριφορά των ζώων διαφέρει από αυτή των ανθρώπων. Συνεχώς έρχονται στο φως νέα στοιχεία που δείχνουν ότι η κακή διατροφή συμβάλει τόσο στην εμφάνιση όσο και στη διατήρηση της κατάθλιψης. Γνωρίζουμε επίσης ότι οι ασθενείς που πάσχουν από κατάθλιψη γενικότερα έχουν περισσότερες ανθυγιεινές συνήθειες, κατά πάσα πιθανότητα γιατί δεν έχουν τα ψυχικά αποθέματα για να διατηρήσουν ένα υγιεινό τρόπο ζωής. Αν και τα προβιοτικά δεν κάνουν το φαγητό πιο υγιεινό και δεν επηρεάζουν το βάρος ή τα επίπεδα σακχάρου αίματος στα ζώα, μπορεί να μειώσουν τα συμπτώματα της κατάθλιψης βοηθώντας έτσι τον ασθενή να σπάσει το φαύλο κύκλο και να αποβάλει τις ανθυγιεινές συνήθειες.

Η έρευνα προσφέρει νέα διάσταση στην κατανόηση των μηχανισμών της κατάθλιψης καθώς και τις διαθέσιμες θεραπείες γι’ αυτή. Η κατάθλιψη δεν πρέπει να αποδίδεται αποκλειστικά στις χημικές ανισορροπίες του εγκεφάλου. Τα βακτήρια του εντέρου ενδέχεται επίσης να παίζουν σοβαρό ρόλο στην παθοφυσιολογία της. Το γεγονός αυτό θολώνει ακόμα περισσότερο τον παραδοσιακό διαχωρισμό μεταξύ σωματικών και ψυχικών νόσων. Αυτή τη στιγμή ερευνάται ακόμα ο τρόπος με τον οποίο τα προβιοτικά αλληλεπιδρούν με τα βακτήρια που βρίσκονται φυσιολογικά στο έντερο και τους μηχανισμούς με τους οποίους τα τελευταία παράγουν ουσίες απαραίτητες για τον οργανισμό. Χρειάζεται πιο λεπτομερής καταγραφή των μηχανισμών αυτών, με σκοπό να προσδιοριστεί ο τρόπος με τον οποίο τα προβιοτικά προσφέρουν οφέλη και να δοθούν σωστές κατευθύνσεις στις μελλοντικές έρευνες.

Βιβλιογραφία: Aarhus Univeristy