Ως παχυσαρκία ορίζεται η συσσώρευση λίπους στον οργανισμό σε βαθμό που επιβαρύνεται η υγεία. Ο δείκτης που χρησιμοποιείται συχνότερα για την εκτίμηση της παχυσαρκίας είναι ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ). Αρκετοί, ωστόσο πιστεύουν ότι ο ΔΜΣ δεν είναι ο καλύτερος δείκτης γι’αυτό το σκοπό.

Για να διαπιστώσουμε το παραπάνω πρέπει να λάβουμε υπ’όψη μας το σκοπό για τον οποίο γίνεται ο υπολογισμός (κλινική εκτίμηση, παρακολούθηση, εκτίμηση της απόκρισης στη θεραπεία), τον ορισμό της «μη φυσιολογικής» συσσώρευσης λίπους αλλά και τα χαρακτηριστικά ενός καλού δείκτη (ακρίβεια, ευαισθησία). Η ακριβής διάγνωση της παχυσαρκίας είναι σημαντική, όχι μόνο για τον ασθενή, στον οποίο η λανθασμένη διάγνωση μπορεί να οδηγήσει σε ελλιπή αγωγή ή κοινωνικό στίγμα, αλλά και για την κοινωνία καθώς χρησιμοποιείται για τον καθορισμό οδηγιών. Η ανεπαρκής εκτίμηση της παχυσαρκίας μπορεί να οδηγήσει σε υποτίμηση του κινδύνου της για τη δημόσια υγεία και μείωση των δράσεων για τον περιορισμό της.

Οι πιο ακριβείς εξετάσεις για τον υπολογισμό της ποσότητας και της κατανομής του λιπώδους ιστού είναι η εξέταση DEXA και οι απεικονιστικές εξετάσεις. Η αύξηση του συνολικού σωματικού λίπους, όπως αυτό υπολογίζεται από την DEXA, συνδέεται με αυξημένη θνησιμότητα. Ωστόσο, από τις απεικονιστικές εξετάσεις φαίνεται ότι η κατανομή του λίπους (ιδιαίτερα το σπλαγχνικό λίπος) αποτελεί σημαντικότερο δείκτη από το συνολικό σωματικό λίπος. Παρά την ακρίβειά τους, οι παραπάνω εξετάσεις είναι ακριβές και δύσκολες, δεν χρησιμοποιούνται ευρέως και δεν έχουν σαφή όρια για τον καθορισμό του κινδύνου. Κατά συνέπεια, χρησιμοποιούνται συχνότερα ανθρωπομετρικές μέθοδοι υπολογισμού για το σωματικό λίπος.

Μέτρηση στους ενήλικες

Ο ΔΜΣ (βάρος σε κιλά διαιρεμένο με το τετράγωνο του ύψους σε μέτρα) είναι ένας σχετικά απλός και χαμηλού κόστους έμμεσος τρόπος για την εκτίμηση της παχυσαρκίας. Τα όρια του ΔΜΣ για τον καθορισμό της παχυσαρκίας είναι βασισμένα σε αποδεδειγμένα μέτρα κινδύνου για τη θνησιμότητα από το καρδιαγγειακό καθώς και τον πρόωρο θάνατο. Ωστόσο, η αδυναμία του ΔΜΣ είναι ότι δεν μπορεί να κάνει διαχωρισμό μεταξύ μυϊκής και λιπώδους μάζας. Δεν μπορεί επίσης να αποτυπώσει την κατανομή του λίπους. Σε σύγκριση με τις παραπάνω εξετάσεις άμεσης μέτρησης, ο ΔΜΣ έχει μεγάλη ειδικότητα (0.90) αλλά χαμηλή ευαισθησία για την εκτίμηση της παχυσαρκίας. Επιπλέον, η συσχέτιση του ΔΜΣ με το συνολικό σωματικό λίπος και τον καρδιμεταβολικό κίνδυνο (ιδιαίτερα για διαβήτη τύπου 2) διαφέρει για την κάθε εθνική ομάδα, γεγονός που οδηγεί σε διαφορετικές οδηγίες για την κάθε εθνικότητα. Ο ΔΜΣ δεν λαμβάνει επίσης υπ’ όψιν την απώλεια μυϊκής μάζας που συμβαίνει φυσιολογικά στην τρίτη ηλικία με αποτέλεσμα να είναι λιγότερο ακριβής δείκτης και σε αυτή την πληθυσμιακή ομάδα.

Ορισμένες έρευνες έχουν δείξει ότι σε σύγκριση με το ΔΜΣ, οι δείκτες παχυσαρκίας σώματος (όπως η περιφέρεια της μέσης, η αναλογία μέσης/γλουτών και η αναλογία μέσης/ύψους) είναι πιο ακριβείς στην εκτίμηση του σπλαγχνικού λίπους, του καρδιομεταβολικού κινδύνου και της θνησιμότητας. Πολλοί, ωστόσο, πιστεύουν ότι οι δείκτες αυτοί σχετίζονται άμεσα με το ΔΜΣ επομένως προσφέρουν λίγα περισσότερα οφέλη σε σχέση με αυτόν. Παρ’όλ’αυτά οι δείκτες παχυσαρκίας σώματος έχουν χρησιμότητα στην κλινική εκτίμηση ιδιαίτερα στα άτομα με χαμηλό ΔΜΣ και στις γυναίκες. Οι παραπάνω δείκτες δεν έχουν μεγάλη ακρίβεια σε άτομα με σοβαρή παχυσαρκία (ΔΜΣ>35) και δεν υπάρχουν πολλά δεδομένα ερευνών για τον καθορισμό ορίων σε αυτά.

Υπολογισμός του ΔΜΣ στα παιδιά

Στα παιδιά, οι τιμές αναφοράς του ΔΜΣ διαφοροποιούνται ανάλογα με την ηλικία και το φύλο καθώς τα αγόρια και τα κορίτσια αναπτύσσονται με διαφορετικούς ρυθμούς. Η παχυσαρκία διαγιγνώσκεται με όρια που έχουν καθοριστεί από διαφορετικούς πληθυσμούς αναφοράς, ο καθένας με τα δικά του πλεονεκτήματα για κάθε περίπτωση. Η εθνικότητα και το στάδιο της εφηβίας λαμβάνονται επίσης υπ’όψη. Σε σύγκριση με τις άμεσες μεθόδους, η χρήση του ΔΜΣ για τη διάγνωση της παχυσαρκίας στα παιδιά έχει υψηλή ειδικότητα και καλή ευαισθησία.

Οι δείκτες παχυσαρκίας σώματος χρησιμοποιούνται επίσης για τη διάγνωση της παχυσαρκίας στα παιδιά. Όλοι οι παραπάνω δείκτες σχετίζονται με άμεσα μέτρα και με εκτίμηση των παραγόντων κινδύνου για το καρδιαγγειακό. Μία έρευνα σχετικά με τη διαγνωστική ακρίβεια των παραπάνω δεικτών σε σχέση με τις άμεσες μεθόδους υπολογισμού του σωματικού λίπους, έδειξε ότι είχαν συγκρίσιμη ικανότητα να ξεχωρίσουν ένα παχύσαρκο από ένα παιδί με φυσιολογικό βάρος, ωστόσο δεν μπορούσαν να υπολογίσουν το βαθμό της εναπόθεσης λίπους. Η πιο ακριβής από τις παραπάνω μεθόδους ήταν η αναλογία μέσης/ύψους. Καμία, ωστόσο, δεν ξεπέρασε το ΔΜΣ σε ακρίβεια και όλες οι παραπάνω μέθοδοι θεωρούνται συμπληρωματικοί σε αυτόν. Συνολικά, ο ΔΜΣ ήταν ο καλύτερος και πιο αποδεκτός δείκτης για τους γονείς, τα παιδιά και τον γιατρό. Η μέτρηση της περιφέρειας μέσης συχνά δημιουργούσε ντροπή στο παιδί.

Ο ΔΜΣ παραμένει ο πλέον συχνά χρησιμοποιούμενος δείκτης μέτρησης της παχυσαρκίας τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες. Ωστόσο, η ερμηνεία του πρέπει να διαφοροποιείται ανάλογα με την εθνικότητα, λόγω της χαμηλής ευαισθησίας του δείκτη σε ορισμένες εθνικές ομάδες. Στους ηλικιωμένους πρέπει να γίνεται εξατομικευμένη προσέγγιση προκειμένου να εκτιμηθεί ο κίνδυνος διαφόρων παθήσεων.

Βιβλιογραφία: BMJ