Μία νέα έρευνα με περισσότερους από 135.000 ασθενείς με μείζονα κατάθλιψη και περισσότερους από 344.000 υγιείς εθελοντές μπόρεσε να ταυτοποιήσει 44 γενετικούς πολυμορφισμούς ή τόπους που συνδέονται με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης κατάθλιψης.

Από τους 44 αυτούς τόπους, οι 30 δεν ήταν γνωστοί στο παρελθόν, ενώ οι υπόλοιποι 14 είχαν ανιχνευθεί σε προηγούμενες μελέτες. Επιπλέον, η έρευνα ταυτοποίησε 153 γονίδια και διαπίστωσε ότι η μείζων κατάθλιψη μοιράζεται 6 γενετικούς τόπους με τη σχιζοφρένεια.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Nature Genetics.

Η έρευνα ήταν μία παγκόσμια προσπάθεια περισσοτέρων από 200 επιστημόνων που συνεργάζονται με το Psychiatric Genomics Consortium. Οι επικεφαλείς της μελέτης ήταν ο Patrick Sullivan και η Naomi Wray.

«Η ταυτοποίηση της γενετικής βάσης της μείζονος κατάθλιψης ήταν ιδιαίτερα δύσκολη» σύμφωνα με τον Sullivan. «Ένας μεγάλος αριθμός επιστημόνων παγκοσμίως συνεργάστηκαν για την έρευνα και ως αποτέλεσμα σήμερα έχουμε κατανοήσει σε μεγάλο βαθμό τη γενετική βάση της βαριάς και εξουθενωτικής αυτής νόσου. Με περισσότερη δουλειά θα μπορέσουμε να αναπτύξουμε σημαντικά εργαλεία για τη θεραπεία ή ακόμα και την πρόληψη της μείζονος κατάθλιψης».

«Όλοι φέρουμε κάποιους από αυτούς τους γενετικούς πολυμορφισμούς για την κατάθλιψη, ωστόσο αυτοί που έχουν τους περισσότερους διατρέχουν το μεγαλύτερο κίνδυνο. Γνωρίζουμε ότι αρκετά βιώματα μπορούν να αυξήσουν επίσης τον κίνδυνο κατάθλιψης, ωστόσο η ταυτοποίηση των γενετικών παραγόντων ανοίγει νέους δρόμους για την έρευνα των βιολογικών αιτιών», συμπλήρωσε η Wray.

Η παρούσα έρευνα είναι ιδιαίτερα σημαντική για δύο λόγους.

Πρώτον, τονίζει τη μεγάλη αξία των συνεργασιών στις έρευνες, ιδιαίτερα για την ταυτοποίηση της σύνθετης γενετικής βάσης ψυχιατρικών παθήσεων. Δεύτερον, επιβεβαιώνει τη γενετική βάση της κατάθλιψης, προσφέροντας παράλληλα σημαντικά βιολογικά στοιχεία που ελπίζουμε ότι θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη νέων και πιο αποτελεσματικών θεραπειών.

Η μείζων κατάθλιψη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα υγείας σήμερα. Παρά τις δεκάδες προσπάθειες που έχουν γίνει, μέχρι σήμερα δεν ήταν δυνατό να ταυτοποιηθούν οι γενετικοί μηχανισμοί πίσω από τη νόσο. Το γεγονός αυτό έχει επιβραδύνει σημαντικά την ανάπτυξη αποτελεσματικών θεραπειών, περιορίζοντας τις επιλογές για τους ασθενείς που πάσχουν από μείζονα κατάθλιψη. Η παρούσα έρευνα αποτελεί ένα μεγάλο βήμα για την ταυτοποίηση των βιολογικών μηχανισμών της νόσου.

Άλλες παρατηρήσεις της έρευνας περιλαμβάνουν:

  • Τα αποτελέσματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ανάπτυξη βελτιωμένων θεραπειών καθώς αρκετοί στόχοι των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων που χρησιμοποιούνται σήμερα επιβεβαιώθηκαν. Ταυτοποιήθηκαν επίσης νέοι πιθανοί στόχοι για τα φάρμακα αυτά.
  • Η γενετική βάση της κατάθλιψης επικαλύπτεται με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές, όπως η διπολική διαταραχή και η σχιζοφρένεια.
  • Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε, τέλος, το γεγονός ότι η γενετική βάση της κατάθλιψης επικαλύπτεται με αυτή της παχυσαρκίας αλλά και ορισμένων διαταραχών του ύπνου.

Βιβλιογραφία: University of North Carolina