Σε μία μεγάλης κλίμακας έρευνα που περιελάμβανε ηλικιωμένους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και καρδιακή ανεπάρκεια, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι αυτοί που έπαιρναν ασπιρίνη για πρωτογενή πρόληψη είχαν μειωμένη θνησιμότητα, ωστόσο παραδόξως, είχαν επίσης αυξημένο κίνδυνο για έμφραγμα του μυοκαρδίου και εγκεφαλικό επεισόδιο που ωστόσο δεν οδηγούσαν σε θάνατο.

Ο κίνδυνος αιμορραγίας δεν παρουσίαζε διαφοροποίηση.

Τα αποτελέσματα αυτά προέρχονται από μία έρευνα παρατήρησης με ασθενείς από το Ηνωμένο Βασίλειο.

Δεν υπάρχουν σήμερα σαφείς οδηγίες σχετικά με τη χορήγηση ασπιρίνης στους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και καρδιακή ανεπάρκεια χωρίς ιστορικό εγκεφαλικού επεισοδίου ή εμφράγματος του μυοκαρδίου. Το γεγονός αυτό αποτελεί, πιθανώς, εξήγηση στο ερώτημα γιατί οι μισοί συμμετέχοντες λάμβαναν ασπιρίνη ενώ οι υπόλοιποι όχι.

«Δεν περιμέναμε αύξηση στα επεισόδια εμφράγματος μυοκαρδίου και εγκεφαλικού επεισοδίου, με παράλληλη μείωση της θνησιμότητας», είπε ο επικεφαλής της έρευνας, καθώς οι ασθενείς της ηλικιακής αυτής ομάδας έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να παρουσιάσουν καρδιακό επεισόδιο.

Οι ερευνητές τονίζουν, ωστόσο, ότι οι αναδρομικές μελέτες δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως βάση για τον καθορισμό οδηγιών.

Προς το παρόν, στους ασθενείς με διαβήτη και καρδιακή ανεπάρκεια, πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη αρκετοί παράγοντες, όπως ο καρδιαγγειακός κίνδυνος και η ηλικία. Αν ο κίνδυνος θρόμβωσης ή καρδιακής προσβολής υπερβαίνει τον κίνδυνο αιμορραγίας, πρέπει να χορηγείται ασπιρίνη.

Περισσότερο από το 50% των ασθενών με διαβήτη τύπου 2, θα παρουσιάσει καρδιακή ανεπάρκεια. Απουσία, επομένως σαφών οδηγιών σχετικά με τη χορήγηση ασπιρίνης, ο γιατρός πρέπει να σταθμίζεις τα οφέλη και τους κινδύνους για τον ασθενή (ιδιαιτέρως τον κίνδυνο αιμορραγίας) προκειμένου και αποφασίσει αν αυτός πρέπει να λάβει ασπιρίνη ή όχι.

Αναφορικά με τα αποτελέσματα της έρευνας, έκπληξη προκάλεσε επίσης το γεγονός ότι οι ασθενείς που λάμβαναν ασπιρίνη δεν παρουσίασαν αυξημένα ποσοστά αιμορραγίας. Η αύξηση στα περιστατικά εμφράγματος μυοκαρδίου/εγκεφαλικού επεισοδίου (που ωστόσο δεν ήταν θανατηφόρα) στην ομάδα ασθενών που λάμβανε ασπιρίνη είναι επίσης δύσκολο να εξηγηθεί, σύμφωνα με τους ερευνητές.

Η έρευνα

Με σκοπό να διερευνήσουν την επίδραση της ασπιρίνης στην πρωτογενή πρόληψη, σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και καρδιακή ανεπάρκεια, οι ερευνητές εξέτασαν δεδομένα 12.534 ασθενών από την πρωτοβάθμια φροντίθα υγείας στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Οι ασθενείς ήταν ηλικίας άνω των 55 ετών χωρίς ιστορικό εμφράγματος μυοκαρδίου, εγκεφαλικού επεισοδίου, περιφερικής αρτηριοπάθειας ή κολπικής μαρμαρυγής.

Περίπου οι μισοί ασθενείς (6567) δεν λάμβαναν ασπιρίνη, ενώ από τους υπόλοιπους οι περισσότεροι λάμβαναν μικρές δόσεις (75mg ημερησίως). Μόλις 137 ασθενείς έπαιρναν υψηλές δόσεις (>100mg ημερησίως).

Μετά από μέση παρακολούθηση 5.2-16.7 ετών, παρατηρήθηκε ότι τα ποσοστά θνησιμότητας ή νοσηλείας λόγω καρδιακής ανεπάρκειας ήταν μικρότερα κατά 10% στους ασθενείς που έπαιρναν ασπιρίνη. Ωστόσο, η ίδια ομάδα ασθενών είχε 50% αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσει έμφραγμα μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο που δεν οδηγούσε σε θάνατο του ασθενούς. Δεν σημειώθηκε στατιστικώς σημαντική διαφορά στον κίνδυνο αιμορραγίας.

Βιβλιογραφία: Medscape