Οι γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας που λαμβάνουν αντιβιοτικά μακροχρονίως έχουν μεγαλύτερη θνησιμότητα από όλα τα αίτια και σημαντικά αυξημένη θνησιμότητα από παθήσεις του καρδιαγγειακού σε σχέση με αυτές που δεν λαμβάνουν αντιβιοτικά.

Αυτό έδειξε μία νέα έρευνα που περιελάμβανε 37.516 γυναίκες ηλικίας 60 ετών ή μεγαλύτερες. Οι γυναίκες αυτές είχαν λάβει μέρος στο Nurses’ Health Study από το 2004 έως το 2012 και δεν είχαν καρδιακή νόσο ή καρκίνο στην αρχή της έρευνας.

Μετά από προσαρμογή για τους παραδοσιακούς παράγοντες κινδύνου, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι γυναίκες που είχαν λάβει αντιβιοτικά για 2 μήνες ή περισσότερο είχαν 27% αυξημένη θνησιμότητα από όλα τα αίτια και 57% αυξημένη θνησιμότητα από καρδιαγγειακές παθήσεις σε σχέση με αυτές που δεν λάμβαναν αντιβιοτικά.

«Καμία έρευνα μέχρι σήμερα δεν έχει δείξει τον τρόπο με τον οποίο η διάρκεια λήψης των αντιβιοτικών σε διάφορες ηλικιακές ομάδες επηρεάζει τη θνησιμότητα από όλα ή από συγκεκριμένο αίτιο», είπε η Yoriko Heianza, μία από τους συγγραφείς της έρευνας. «Οι περισσότερες από τις προηγούμενες έρευνες είχαν μικρή διάρκεια ή περιελάμβαναν ασθενείς με μία συγκεκριμένη νόσο».

Η χρήση των αντιβιοτικών έχει συνδεθεί με αλλαγές στο εντερικό μικροβίωμα οι οποίες μπορεί να διαρκέσουν για χρόνια. Οι αλλαγές αυτές συνδέονται με την ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά η οποία αποτελεί ένα μεγάλο πρόβλημα των ημερών μας.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, καταγράφηκαν συνολικά 4535 θάνατοι, από τους οποίους οι 600 προήλθαν από το καρδιαγγειακό και οι 1179 από καρκίνο.

Οι ερευνητές κατέταξαν τις γυναίκες σε ομάδες ανάλογα με τις συνολικές μέρες που είχαν λάβει αντιβιοτικά ανά έτος (καμία, λιγότερες από 15 ημέρες, 15 ημέρες-2 μήνες, 2 μήνες ή περισσότερο).

Στις γυναίκες που λάμβαναν αντιβιοτικά για 2 ή περισσότερους μήνες ετησίως παρατηρήθηκε αυξημένη θνησιμότητα από όλα τα αίτια κατά 19% ενώ ο κίνδυνος θανάτου από παθήσεις του καρδιαγγειακού ήταν αντίστοιχα αυξημένος κατά 57%.

Ο κίνδυνος θανάτου ήταν περισσότερο αυξημένος στις γυναίκες που λάμβαναν αντιβιοτικά για 2 μήνες ή περισσότερο ετησίως αν αυτές λάμβαναν την ίδια ποσότητα και σε μικρότερες ηλικίες (40-59 ετών). Για τις γυναίκες αυτές ο κίνδυνος ήταν αυξημένος κατά 27%.

Ο κίνδυνος θανάτου από καρκίνο δεν ήταν αυξημένος στις γυναίκες που λάμβαναν τα περισσότερα αντιβιοτικά, ωστόσο ο Heianza σημείωσε ότι χρειάζονται περισσότερες έρευνες προκειμένου να εξεταστεί ξεχωριστά η κάθε μορφή καρκίνου.

Οι γυναίκες που λαμβάνουν αντιβιοτικά για μεγάλη χρονική διάρκεια πιθανώς είχαν κάποια παρατεταμένη ασθένεια, ωστόσο ακόμα και μετά την προσαρμογή με αυτό τον παράγοντα τα ποσοστά κινδύνου παρέμειναν.

«Κάναμε προσεκτική προσαρμογή των αποτελεσμάτων με βάση μεταβολικές νόσους, όπως η υπέρταση, η υπερχοληστερολαιμία, ο διαβήτης αλλά και άλλες παθήσεις, όπως η συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και η χρόνια βρογχίτιδα», είπε η Heianza.

Αν και η παρούσα έρευνα ήταν έρευνα παρατήρησης και δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίας-αποτελέσματος, ο μηχανισμός δράσης ορισμένων αντιβιοτικών μπορεί να συνδέεται με αυξημένη θνησιμότητα, σύμφωνα με τη Heianza.

Οι επιδράσεις των τελευταίων στο εντερικό μικροβίωμα μπορεί επίσης να παίζουν ρόλο.

«Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι τα αντιβιοτικά μπορεί να προκαλέσουν μεγάλης διάρκειας (πάνω από 2 μήνες) διαταραχή στη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος, ακόμα και μετά τη διακοπή της αγωγής. Μεταβολίτες που σχετίζονται με τη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος μπορεί να προκαλέσουν αλλαγές στη δράση των αιμοπεταλίων και την τάση τους να προκαλούν θρομβώσεις».

Δεν υπήρχαν πληροφορίες σχετικά με την κατανάλωση προβιοτικών, τα οποία συχνά χορηγούνται για την αντιμετώπιση των διαταραχών του εντερικού μικροβιώματος. Γενικότερα, πάντως οι παράγοντες από τον τρόπο ζωής φάνηκε να παίζουν ρόλο στον περιορισμό του κινδύνου, είπε η Heianza.

«Παρατηρήσαμε ότι οι γυναίκες που έκαναν μακροχρόνια χρήση αντιβιοτικών και είχαν ανθυγιεινό τρόπο ζωής είχαν αυξημένο κίνδυνο σε σχέση με αυτές που είχαν πιο υγιεινό τρόπο ζωής», συμπλήρωσε.

Επίσης, ο αυξημένος κίνδυνος θνησιμότητας μεταξύ αυτών που έκαναν μακροχρόνια χρήση αντιβιοτικών μπορούσε να περιοριστεί άλλά όχι να εξαλειφθεί με τον υγιεινό τρόπο ζωής.

Αρκετές έρευνες έχουν συνδέσει επίσης τον κίνδυνο παθήσεων του καρδιαγγειακού με τη χρήση αντιβιοτικών. Συγκεκριμένα, μία μελέτη της βιβλιογραφίας που εξέτασε δεδομένα από 33 έρευνες διαπίστωσε αυξημένο κίνδυνο καρδιακής ανακοπής ή κοιλιακής ταχυαρρυθμίας με τη χρήση μακρολιδικών αντιβιοτικών. Ορισμένες έρευνες από την ίδια μελέτη έδειξαν ότι ο αυξημένος κίνδυνος σχετίζεται περισσότερο με την τρέχουσα λήψη αντιβιοτικών και όχι τόσο με το ιστορικό χρήσης τους. Οι έρευνες αυτές, ωστόσο, δεν είχαν δεδομένα σχετικά με τη διάρκεια λήψης των αντιβιοτικών.

Βιβλιογραφία: Medscape