Στους περισσότερους ασθενείς με άσθμα, τα συμπτώματα της νόσου μπορούν να περιοριστούν με ένα κορτικοστεροειδές και την προσθήκη ενός β-αγωνιστή όπου χρειάζεται. Ωστόσο, ένας μικρός αριθμός ασθενών συνεχίζουν να παρουσιάζουν συμπτώματα και εξάρσεις παρά την παραπάνω αγωγή.

Σήμερα στους παραπάνω ασθενείς μπορούν να χορηγηθούν βιολογικοί παράγοντες, όπως η ομαλιζουμάμπη, ένα αντι-IgE μονοκλωνικό αντίσωμα. Πότε, όμως, πρέπει να χορηγούνται οι θεραπείες αυτές;

Αρχικά, ο γιατρός πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο ασθενής με άσθμα έχει δοκιμάσει όλες τις συμβατικές θεραπείες.

Αν μετά τις παραπάνω, τα συμπτώματα του ασθενούς δεν περιοριστούν και συνεχίσει να έχει εξάρσεις, το πρώτο βήμα είναι να εκτιμηθεί αν το άσθμα σχετίζεται με αλλεργιογόνα και υπάρχουν αυξημένα επίπεδα IgE. Σε περίπτωση που τα παραπάνω επαληθεύονται, μπορεί να χορηγηθεί ομαλιζουμάμπη. Η δόση καθορίζεται από τα επίπεδα της IgE και το σωματικό βάρος. Η ομαλιζουμάμπη έχει εγκριθεί για ενήλικες και παιδιά άνω των 6 ετών και χορηγείται με υποδόρια ένεση κάθε 2-4 εβδομάδες. Αν η χορήγησή της επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα, η αγωγή πρέπει να συνεχιστεί. Σε άλλη περίπτωση πρέπει να χορηγηθεί κάποιος άλλος βιολογικός παράγοντας για τα ηωσινόφιλα.

Αν η αρχική διερεύνηση ανιχνεύσει ηωσινοφιλία, η αγωγή μπορεί να ξεκινήσει με χορήγηση βιολογικού παράγοντα αντι-IL5.

Η μεπολιζουμάμπη είναι ένας παράγοντας που απενεργοποιεί το σχετιζόμενο με την IL-5 συστατικό της ηωσινοφιλίας. Μπορεί, ωστόσο, να χρειαστεί εβδομάδες μέχρι να δράσει πλήρως. Κατά τη διάρκεια μίας κλινικής δοκιμής, οι εθελοντές χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες. Κάθε ομάδα έλαβε 75mg, 250mg ή 750mg ενδοφλέβιας μεπολιζουμάμπης. Οι ασθενείς που λάμβαναν τη μεγαλύτερη δόση παρουσίασαν 52% μείωση στις κλινικές εκδηλώσεις μετά από 52 εβδομάδες θεραπείας. Φαίνεται, επομένως, ότι όπου είναι αποτελεσματική, η θεραπεία με το παραπάνω φάρμακο μπορεί να μειώσει τη χορήγηση κορτικοστεροειδών. Η μεπολιζουμάμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση του οξέος άσθματος. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες από τη χορήγησή της περιλαμβάνουν κεφαλαλγία, οσφυαλγία και αίσθημα κόπωσης.

Η μπενραλιζουμάμπη είναι ένας ακόμη αντι-IL5 παράγοντας, ο οποίος μειώνει τα συμπτώματα αντίστοιχα με τη μεπολιζουμάμπη επιτρέποντας έτσι μείωση της δόσης κορτικοστεοροειδών κατά 75%.

Η Ντουπιλουμάμπη αναστέλλει την IL-4 και την IL-3 και θεωρείται σήμερα ότι βελτιώνει τα συμπτώματα στο σοβαρό άσθμα που δεν αποκρίνεται στη συμβατική θεραπεία.

Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι κανένα από τα παραπάνω φάρμακα δεν ενδείκνυται για την αντιμετώπιση του οξέος άσθματος και στο σύνολό τους χρειάζονται πολλές εβδομάδες για να δράσουν. Θεωρούνται ασφαλή, αλλά όχι στείρα ανεπιθυμήτων ενεργειών.

Βιβλιογραφία: Medscape