Μία νέα αναδρομική μελέτη κοόρτης η οποία εξέτασε πάνω από 500.000 άνδρες και γυναίκες για 10 χρόνια παρατήρησε ότι η διάγνωση 9 μορφών καρκίνου σχετίστηκε με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη.

Η έρευνα, επικεφαλής της οποίας ήταν η Juhee Cho, διεξήχθη στην Κορέα και δημοσιεύτηκε στις 7 Ιουνίου στο JAMA Oncology.

Ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη ήταν ιδιαίτερα αυξημένος τα 2 πρώτα χρόνια μετά τη διάγνωση του καρκίνου, ωστόσο παρέμεινε αυξημένος για όλη τη διάρκεια της μελέτης, δηλαδή από το 2003 μέχρι το 2013.

«Αν και αρκετές έρευνες έχουν αποδείξει ότι ο διαβήτης αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση ορισμένων μορφών καρκίνου, αλλά και προγνωστικό δείκτη για τη σχετιζόμενη με τον καρκίνο θνησιμότητα, λίγα στοιχεία υποστηρίζουν ότι ο καρκίνος αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη», είπαν οι ερευνητές.

Τα δεδομένας της παρούσας έρευνας δείχνουν ότι ο καρκίνος σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη στους ασθενείς που επιβιώνουν από αυτόν, ανεξαρτήτως των παραδοσιακών παραγόντων κινδύνου.

Λαμβάνοντας επίσης υπόψη, την αυξημένη συχνότητα των κλινικών προβλημάτων στους καρκινοπαθείς, στα οποία περιλαμβάνεται και ο διαβήτης, οι ερευνητές συνιστούν ότι πρέπει να γίνεται έλεγχος για διαβήτη σε αυτούς τους ασθενείς.

Ο κίνδυνος διαβήτη πενταπλασιάζεται μετά από καρκίνο του παγκρέατος

Οι ερευνητές σημειώνουν ότι οι προηγούμενες έρευνες που συνέδεσαν τον καρκίνο και το διαβήτη, είχαν περιοριστεί από το μικρό αριθμό ασθενών ή συγκεκριμένες μορφές καρκίνου και συχνά δεν είχαν λάβει υπόψη παράγοντες κινδύνου για το διαβήτη όπως η παχυσαρκία, η φυσική άσκηση και το κάπνισμα πριν την εμφάνιση του καρκίνου.

Στην παρούσα μελέτη, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από το σύστημα υγείας της Κορέας για να δημιουργήσουν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του πληθυσμού. Συνολικά εξετάστηκαν δεδομένα από 524,089 άντρες και γυναίκες ηλικίας 20-70 ετών χωρίς ιστορικό διαβήτη ή καρκίνου στην αρχή της έρευνας.

Σε 7 χρόνια, οι 15,130 εθελοντές διαγνώστηκαν με καρκίνο. Αυτοί που επιβίωσαν από τον καρκίνο ήταν ηλικιακά μεγαλύτεροι από αυτούς που δεν παρουσίασαν καρκίνο. Στο μεγαλύτερο ποσοστό ήταν γυναίκες, έπιναν αλκοόλ καθημερινά και είχαν υψηλότερο ΔΜΣ καθώς και συννοσηρότητες.

Από τις 26,610 διαγνώσεις διαβήτη που παρατηρήθηκαν τα 10 χρόνια της έρευνας, οι 834 έγιναν μετά την εμφάνιση καρκίνου.

Η αυξημένη συχνότητα διαβήτη μετά τη διάγνωση του καρκίνου ήταν 35%, μετά από προσαρμογή για τους παράγοντες κινδύνου πριν την εμφάνιση του καρκίνου, όπως η ηλικία, το φύλο, μεταβολικοί παράγοντες και συννοσηρότητες, σύμφωνα με την έρευνα.

Ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη ήταν 5 φορές αυξημένος στους ασθενείς που διαγνώστηκαν με καρκίνο του παγκρέατος.

Σημαντικά αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη παρατηρήθηκε επίσης σε ασθενείς που είχαν διαγνωστεί με καρκίνο των νεφρών (106%), του ήπατος (95%), της χοληδόχου κύστεως (79%), του πνεύμονα (74%), του αίματος (61%), του μαστού (60%), του στομάχου (35%) και του θυρεοειδούς (33%).

Η εμφάνιση καρκίνου των όρχεων και του εγκεφάλου συνδέθηκε επίσης με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη, ωστόσο ο αριθμός των ασθενών δεν ήταν αρκετός για να διασφαλιστεί στατιστικά σημαντική διαφορά.

«Το σημαντικότερο κομμάτι της έρευνας ήταν ότι μπορούσαμε να κάνουμε προσαρμογή για παράγοντες κινδύνου για το διαβήτη που υπήρχαν πριν την εμφάνιση του καρκίνου. Ο αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη δεν αφορούσε όλες τις μορφές καρκίνου που σχετίζονται με την παχυσαρκία, καθώς στον καρκίνο του παχέος εντέρου και του ενδομητρίου δεν παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος», είπαν οι ερευνητές.

Αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη δεν παρατηρήθηκε επίσης στον καρκίνο της μήτρας, των ωοθηκών, της κεφαλής και τραχήλου, του οισοφάγου και του προστάτη.

Η έρευνα, πάντως, δεν είχε πληροφορίες σχετικά με το στάδιο του κάθε καρκίνου, καθώς και για τις θεραπείες που χορηγήθηκαν για την αντιμετώπισή του.

Ανάλυση των αποτελεσμάτων

Οι ερευνητές στη συνέχεια προσπάθησαν να εξηγήσουν τα αποτελέσματα της μελέτης τους. Καθώς ο υψηλότερος κίνδυνος διαβήτη παρατηρήθηκε τα 2 πρώτα χρόνια μετά τη διάγνωση του καρκίνου, ενδέχεται να έπαιξε κάποιο ρόλο η τοξικότητα των θεραπειών του καρκίνου, όπως τα κορτικοστεροειδή ή η χημειοθεραπεία.

Οι άμεσες επιδράσεις του καρκίνου μπορεί επίσης να επηρεάζουν τον κίνδυνο διαβήτη, σύμφωνα με τους ερευνητές, καθώς η καχεξία που χαρακτηρίζει τον καρκίνο σχετίζεται με αντίσταση στην ινσουλίνη, μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη και διαβήτη.

Οι ερευνητές δήλωσαν επίσης ότι «στους ασθενείς με καρκίνο τα χαρακτηριστικά της νόσου αλλά και η αντικαρκινική αγωγή μπορεί να συμβάλλουν στην εμφάνιση διαβήτη. Είναι επομένως δυνατό η κλινική πορεία και η απόκριση στην αντιδιαβητική θεραπεία να διαφέρει στους ασθενείς με καρκίνο σε σχέση με τους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που δεν έχουν καρκίνο», πρόσθεσαν.

Σίγουρα χρειάζεται να γίνουν περεταίρω έρευνες προκειμένου να καθοριστούν τα ακριβή αίτια και η ιδανική διαχείριση του διαβήτη στους ασθενείς με καρκίνο.

Βιβλιογραφία: Medscape