Τα παχύσαρκα παιδιά που πίνουν τουλάχιστον δύο ποτήρια γάλα ημερησίως έχουν αυξημένη πιθανότητα να έχουν χαμηλότερη ινσουλίνη νηστείας, δηλαδή καλύτερη ρύθμιση της γλυκόζης αίματος, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας.

Η παρουσίαση της μελέτης θα γίνει σήμερα (25/5) στο European Congress of Obesity στη Βιέννη και θα τονίσει τη σημαντικότητα του γάλακτος για τη διατροφή των παιδιών.

«Τα ευρήματά μας υποστηρίζουν ότι τα παιδιά που καταναλώνουν τουλάχιστον την Συνιστώμενη Ημερήσια Ποσότητα γάλακτος έχουν καλύτερη ρύθμιση του σακχάρου αίματος με αποτέλεσμα να είναι πιο προστατευμένα από το μεταβολικό σύνδρομο», είπε ο Michael Yafi, επικεφαλής της μελέτης. «Δυστυχώς, μόλις ένας στους 10 εθελοντές της έρευνας κατανάλωνε τη συνιστώμενη ποσότητα γάλακτος», συμπλήρωσε.

Η κατανάλωση γάλακτος στις ΗΠΑ μειώνεται σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες, σύμφωνα με δεδομένα από το United States Department of Agriculture, ιδιαίτερα στους εφήβους στους οποίους αυτή έχει υποδιπλασιαστεί από το 1977 έως το 2006.

«Οι γονείς έχουν αρχίσει να πιστεύουν ότι το γάλα δεν προσφέρει οφέλη στα παιδιά τους και επομένως το αποφεύγουν. Αυτό που τους λέμε είναι ότι δεν πρέπει να φοβούνται το γάλα ή να περιορίσουν την κατανάλωσή του, αλλά να ενθαρρύνουν τα παιδιά τους να το πίνουν άφοβα», είπε η Mona Eissa, μία από τους συντελεστές της έρευνας.

Ως μεταβολικό σύνδρομο ορίζεται η παρουσία τουλάχιστον 3-5 παραγόντων που αυξάνουν τον κίνδυνο διαβήτη, καρδιακής νόσου και εγκεφαλικού επεισοδίου. Παραδείγματα αυτών των παραγόντων κινδύνου είναι τα υψηλά επίπεδα γλυκόζης αίματος ή τριγλυκεριδίων, η υψηλή αρτηριακή πίεση, η μεγάλη περιφέρεια μέσης και τα χαμηλά επίπεδα «καλής» χοληστερόλης. Το 1/3 των παιδιών στις ΗΠΑ σήμερα είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα, γεγονός που έχει άμεση συσχέτιση με την εμφάνιση μεταβολικού συνδρόμου.

Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι το γάλα βοηθά στην πρόληψη του μεταβολικού συνδρόμου και του διαβήτη στους ενήλικες, ωστόσο αυτή είναιη πρώτη έρευνα που εξετάζει τις επιδράσεις του γάλακτος στα παχύσαρκα παιδιά.

«Τα αποτελέσματα της έρευνας επιβεβαιώνουν αδιαμφισβήτητα ότι το γάλα περιορίζει σημαντικά τα αυξημένα επίπεδα ινσουλίνης, τα οποία οδηγούν σε εμφάνιση διαβήτη τύπου 2», είπε η Eissa.

Οι ερευνητές εξέτασαν την καθημερινή κατανάλωση γάλακτος και τη σχέση της με τα επίπεδα ινουλίνης νηστείας, της ορμόνης δηλαδή που ρυθμίζει τα επίπεδα γλυκόζης αίματος και αποτελεί βιοδείκτη για τον κίνδυνο μεταβολικού συνδρόμου, σε παχύσαρκα παιδιά και εφήβους.

Εξέτασαν συνολικά 353 παχύσαρκα παιδιά και εφήβους σε ένα διάστημα 2 ετών (από το Δεκέμβριο του 2008 μέχρι το Δεκέμβριο του 2010). Πληροφορίες σχετικά με τη ινσουλίνη νηστείας ήταν διαθέσιμες για τα μισά περίπου παιδιά κατά την πρώτη τους επίσκεψη. Η ομάδα κατέγραψε επίσης πληροφορίες σχετικά με την ημερήσια κατανάλωση γάλακτος, το είδος του γάλατος, την κατανάλωση φρουτοχυμών και άλλων ζαχαρούχων ποτών αλλά και τα επίπεδα γλυκόζης νηστείας καθώς και την ευαισθησία στην ινσουλίνη.

Περισσότεροι από τους μισούς εθελοντές ήταν αγόρια και η μέση ηλικία ήταν τα 11.3 χρόνια.

Μόλις τα 23 από τα 171 παιδιά ανέφεραν ότι καταναλώνουν την ΣΗΠ η οποία είναι 2-3 ποτήρια. Τα κορίτσια κατά μέσο όρο έπιναν λιγότερο γάλα από τα αγόρια.

Οι διατροφικές οδηγίες του American Academy of Pediatrics και του Dietary Guidelines for Americans συνιστούν κατανάλωση 2-3 ποτηριών γάλακτος με χαμηλά λιπαρά ημηερησίως για τα παιδιά ηλικίας άνω των 2 ετών.

Η έρευνα παρατήρησε επίσης ότι μόλις το 44% των παιδιών που έπιναν λιγότερο από 1 ποτήρι την ημέρα είχαν επίπεδα ινσουλίνης νηστείας εντός των φυσιολογικών ορίων. Αντιθέτως, το 72% των παιδιών που έπιναν 2 ή περισσότερα ποτήρια ημερησίως είχαν φυσιολογικά επίπεδα ινσουλίνης νηστείας.

Συνολικά, τα παιδιά που έπιναν λιγότερο από 1 ποτήρι γάλα ημερησίως είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα ινσουλίνης νηστείας σε σχέση με αυτά που έπιναν τουλάχιστον 2 ποτήρια.

Μετά από προσαρμογή για άλλους παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τα επίπεδα ινσουλίνης, όπως η φυλή, η εθνικότητα, το φύλο, η φυσική άσκηση, η κατανάλωση ποτών με ζάχαρη, τα επίπεδα γλυκόζης και το είδος του γάλακτος, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα επίπεδα ινσουλίνης νηστείας ήταν σημαντικά χαμηλότερα στα παιδιά που έπιναν τουλάχιστον 2 ποτήρια γάλα την ημέρα. Δεν παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ της κατανάλωσης γάλακτος και των επιπέδων γλυκόζης ή λιπιδίων αίματος.

«Η σύνδεση μεταξύ των αναψυκτικών με ζάχαρη και της παιδικής παχυσαρκίας έχει καταγραφεί αναλυτικά. Η ανεπάρκεια βιταμίνης D έχει επίσης σχετιστεί με το γεγονός αυτό. Από μία οπτική με σκοπό την πρόληψη, ωστόσο, η έρευνά μας δείχνει ότι η κατανάλωση γάλακτος δεν είναι μόνο ασφαλής αλλά προστατεύει επίσης από την εμφάνιση μεταβολικού συνδρόμου», είπε η Eissa. «Δυστυχώς, τα παιδιά σήμερα καταναλώνουν όλο και λιγότερο γάλα και αυτό αποδίδεται στο φόβο των γονιών σχετικά με την περιεκτικότητα του γάλακτος σε λίπος αλλά και την δυσανεξία σε αυτό. Μόλις ένα μικρό ποσοστό παιδιών έχει δυσανεξία στο γάλα, επομένως συνιστούμε στους γονείς να μην περιορίζουν την κατανάλωση γάλακτος από τα παιδιά τους», κατέληξε.

Η Eissa τόνισε, τέλος, ότι το δείγμα τους ήταν σχετικά μικρό και χρειάζονται περισσότερες έρευνες προκειμένου να επιβεβαιωθούν τα ευρήματά τους. Παρ’όλ’αυτά, η έρευνα προσφέρει επαρκείς πληροφορίες για να επιβεβαιωθεί η συνιστώμενη ημερήσια ποσότητα γάλακτος.

Βιβλιογραφία: UTHealth