Η υγρή βιοψία είναι μία εξέταση αίματος που ανιχνεύει καρκινικά κύτταρα ή τμήματα DNA που προέρχονται από αυτά. Για την εξέταση χρειάζεται μόνο ένα δείγμα αίματος επομένως αποτελεί μία μη επεμβατική εναλλακτική της κλασικής βιοψίας. Η υγρή βιοψία επιτρέπει τη διάγνωση του καρκίνου στα πρώιμα στάδια και δίνει πληροφορίες για την αποτελεσματικότητα της θεραπείας στις περιπτώσεις που αυτή ήδη χορηγείται. Η υγρή βιοψία σε τακτά χρονικά διαστήματα επιτρέπει στους γιατρούς να παρακολουθήσουν την πορεία της θεραπείας και να ανιχνεύσουν τις μοριακές μεταβολές στα καρκινικά κύτταρα.

Αν και η ανοσοθεραπεία με αναστολείς των σημείων ανοσιακού ελέγχου έχει δώσει νέες επιλογές στη θεραπεία αρκετών καρκίνων, η πλειοψηφία των καρκινοπαθών δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία ή παρουσιάζει συμπτώματα από το ανοσοποιητικό λόγω αυτής. Τα παραπάνω καθιστούν απαραίτητο τον καθορισμό βιοδεικτών που θα προβλέπουν την ανταπόκριση του ασθενούς στη θεραπεία.

Μία έρευνα αναζήτησε αν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ των μεταλλάξεων στα κυκλοφορούντα μόρια DNA που προέρχοναι από καρκινικά κύτταρα (ctDNA) και της απόκρισης στους αναστολείς των σημείων ελέγχου. Ο σκοπός της έρευνας ήταν να προσδιορίσει αν η υγρή βιοψία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να προβλεφθεί η απόκριση ενός καρκινοπαθούς στην ανοσοθεραπεία με αναστολείς των σημείων ανοσιακού ελέγχου.

Όντως, παρατηρήθηκε ότι οι ασθενείς με 4 ή περισσότερες μεταλλάξεις στο ctDNA είχαν πιθανότητα 45% να ανταποκριθούν θετικά στη θεραπεία ενώ αυτοί με 3 ή λιγότερες μόλις 15%.

Το αποτέλεσμα αυτό είναι σημαντικό, καθώς η υγρή βιοψία είναι πιο οικονομική και πιο απλή εξέταση από την βιοψία ιστών και προσφέρει μόρια DNA από πολλές διαφορετικές μεταστάσεις.

Η έρευνα περιελάμβανε 69 καρκινοπαθείς που είχαν λάβει ανοσοθεραπεία με αναστολείς των σημείων ανοσιακού ελέγχου από το 2011 έως το 2015.

Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι ο αριθμός των μεταλλάξεων επηρέαζε τόσο την αποτελεσματικότητα της θεραπείας όσο και το προσδόκιμο επιβίωσης. Συγκεκριμένα, οι ασθενείς με 4 ή περισσότερες μεταλλάξεις είχαν 45% πιθανότητα να ανταποκριθούν θετικά στη θεραπεία και να επιβραδύνουν την εξέλιξη του καρκίνου αυξάνοντας το προσδόκιμο επιβίωσης κατά 23 μήνες κατά μέσο όρο. Οι καρκινοπαθείς με 3 ή λιγότερες μεταλλάξεις είχαν 15% πιθανότητα να ανταποκριθούν θετικά στη θεραπεία και , στην περίπτωση αυτή, το προσδόκιμό τους αυξανόταν κατά 2.3 μήνες.

Η έρευνα επιβεβαίωσε τη συσχέτιση μεταξύ του αριθμού μεταλλάξεων που ανιχνεύονται με την υγρή βιοψία και της ανταπόκρισης στην ανοσοθεραπεία με αναστολείς των σημείων ανοσιακού ελέγχου.

Οι μεταλλάξεις οδηγούν σε παραγωγή μη φυσιολογικών πρωτεϊνών. Καθώς κάθε μετάλλαξη σχετίζεται συνήθως με διαφορετική πρωτεΐνη, όσο περισσότερες είναι οι μεταλλάξεις, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να παραχθεί μία πρωτεΐνη η οποία μπορεί να αναγνωριστεί από το ανοσοποιητικό σύστημα.

Φαίνεται, έτσι, ότι ο υπολογισμός του αριθμού των μεταλλάξεων μέσω της υγρής βιοψίας μπορεί να δώσει πληροφορίες για την αποτελεσματικότητα της ανοσοθεραπείας.

Για περισσότερες πληροφορίες σε πολλά ακόμα ενδιαφέροντα θέματα http://www.pathologia.eu